» 

dicionario analógico

διαστάσεις, χώρος, όγκοςsize - μικρότηταlittleness, smallness - smallness[Dérivé]

μικροσκοπικόςbantam, diminutive, flyspeck, lilliputian, midget, petite, tiny - αποσπασματικόςbittie, bitty, itsy-bitsy, itty-bitty, teensy, teensy-weensy, teentsy, teeny, teeny-weeny, wee, weensy, weeny - dinky - νανώδησdwarf, dwarfish - elfin, elflike - gnomish - half-size - σχολαστικόςinfinitesimal, microscopic, minute - λιγότερο σημαντικός, μικρότεροςless, lesser - micro - μικροσκοπικός, σε μικρογραφίαminiature - εικονικός, κλασματικός, μικροσκοπικός, συμβολικόςfractional, miniscule, minuscule, minute, nominal, pocket-handkerchief, teensy, teensy weensy, teeny, teeny weeny, tiny - μικρού μεγέθους, τσέπηςpocket, pocketable, pocket-size, pocket-sized - puny, runty, shrimpy - ελάχιστος, λιγοστός, μικρός, πενιχρόςslender, slight, slim - μικρότεροσlittler, smaller - μικρούλησsmallish - small-scale - κάτω του κανονικού μέγεθουσundersize, undersized - atomic - subatomic - microscopic, microscopical - olive-sized[Similaire]

μεγάλος, μεγάλος σε μέγεθοςlarge[Ant.]

little (adj.) • small (adj.) • ελάχιστος (adj.) • κοντός  • λίγος (adj.) • μικροσκοπικός (adj.) • μικρός (adj.)

-