» 

dicionario analógico

ramassé (attitude) (fr)[Classe]

taille (petite) (fr)[Classe]

δυνατός, κοντόχοντρος, στέρεοςchunky, dumpy, low-set, squat, squatty, stumpy - en brosse (fr) - ελάχιστος, μηδαμινόςminimal, minimum - racorni (fr) - μικροσκοπικόςmicroscopic, microscopical, small - infinitesimal - άβολος, στενάχωροςpokey, poky - εικονικός, κλασματικός, μικροσκοπικός, συμβολικόςfractional, miniscule, minuscule, minute, nominal, pocket-handkerchief, teensy, teensy weensy, teeny, teeny weeny, tiny - μοριακόςmolecular - λακωνικός, μικρός, περιεκτικός, συμπαγής, σύντομοςclose packed, compact, compendious, succinct, summary, terse - rabougri, ratatiné (fr) - cut off, severed - serré, tassé (fr) - bréviligne (fr) - de poupée (fr) - αιμοσφαιρικόσ, μοριακόσcorpuscular - μικρού μεγέθους, τσέπηςpocket, pocketable, pocket-size, pocket-sized - μίνι, μικροσκοπικόςmini - réduit (fr) - κάτω του κανονικού μέγεθουσundersize, undersized - αποσπασματικόςbittie, bitty, itsy-bitsy, itty-bitty, teensy, teensy-weensy, teentsy, teeny, teeny-weeny, wee, weensy, weeny - fiddly[Spéc.]

little, short[Gén.]

-