Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

auf sich nehmenαναλαμβάνω, επωμίζομαι - carregar (pt) - tragenαίρω, βαστάζω, μεταφέρω, υποβαστάζω, φέρω - bucket (en) - zurückgeben, zurückschlagen, zurückspielen - pipe in (en) - carregar (pt) - porter (en) - κουβαλώ στην πλάτη - karrenκουβαλώ, μεταφέρω με καροτσάκι - μεταφέρω αεροπορικώς - befördern, transportierenμεταφέρω - schleppenκουβαλώ - chariot (en) - bringen, holen, machen, messen, zubringenάγω, αγοράζω, λαμβάνω, παίρνω, πηγαίνω κπ. ή κτ. κάπου, φέρνω[Spéc.]

Beförderung, Transport, Transportation, Transportierungδιαμετακόμιση, μεταβίβαση, μετακίνηση, μεταφορά, μεταφορικό μέσο - carregue, Carry trade, porte, posição vertical, trajetória de bola (pt) - Flugzeugmutterschiff, Flugzeugträger, Landungsbootαεροπλανοφόρο - carrier (en) - Förderbandμεταφορική ταινία, ταινιόδρομος - car transporter, transporter (en) - μεταφορέας - Trägerκομιστής, φορέας[Dérivé]

μεταφέρω - ωθώ[Domaine]

schaffen (v.) • tragen (v.) • κουβαλώ (v.) • μεταφέρω (v.)

-

 


   Publicidade ▼