Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

abundante; profuso[ClasseHyper.]

qui contient qqch en abondance: riche en (fav.) (fr)[ClasseHyper.]

quality (en)[Domaine]

SubjectiveAssessmentAttribute (en)[Domaine]

récolte (fr)[DomainJugement]

qualificatif favorable d'un sol agricole (fr)[DomainJugement]

substance minérale (fr)[DomainJugement]

αφθονώabundar, abundar em, ser abundante, ser rico - αφθονία, δαψίλειαabundância, fartura, inesgotabilidade, riqueza - άφθονα, υπερβολικάabundantemente, abundosamente, com abundância, de forma copiosa, de forma extravagante, excessivamente - quantidade[Dérivé]

λιγοστός, που δεν είναι διαθέσιμο σε επαρκή ποσότητα, που σπανίζει, σπάνιοςem pouca quantidade, escasso, insuficiente, raro[Ant.]

αφθονία, δαψίλειαabundância, fartura, inesgotabilidade, riqueza - richesse (fr)[Propriété~]

αφθονώabundar, abundar em, ser abundante, ser rico - αφθονώ, βρίθωser rico[Etre+Attribut]

enrichir (fr)[Rendre+Attrib.]

άφθονα, υπερβολικάabundantemente, abundosamente, com abundância, de forma copiosa, de forma extravagante, excessivamente[Adv.]

quantidade[Dérivé]

άφθονος, πάμπολλοιem abundância - άφθονος, πλἠρηςabundante, bastante, farto, lauto - ογκώδηςabundante, copioso - fácil - άφθονος, ενθουσιώδης, υπεράφθονος, υπερβολικόςexcessivo, exuberante - γεμάτος, πλήρηςgrosso - μακρύς, σε μήκος: σε διάρκεια, υπεράφθονοςcomprido, de comprido, longo - ευρύτατα διαδεδομένος, πληθωρικός, υπεράφθονοςcorrente - abudante, abundante - rank (en) - υπεράφθονοσ, υπεραρκετόσinclinado, superabundante - γεμάτοσabundante, apinhado, cheio, fértil, numeroso, prolífico, repleto - torrencial - άπειροσ, πράσινοσ, χλοερόσinexperiente, ingénuo, verde, verdejante, viçoso, virente, viridente - rampant (en)[Similaire]

λιγοστός, που δεν είναι διαθέσιμο σε επαρκή ποσότητα, που σπανίζει, σπάνιοςem pouca quantidade, escasso, insuficiente, raro[Ant.]

abundante  • bastante (adj.) • basto (adj.) • copioso (adj.) • farto (adj.) • lauto (adj.) • profuso  • άφθονος (adj.) • ἀφθονος (adj.)

-

 


   Publicidade ▼