Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

αμάξι, αυτοκίνητοAuto, Automobil, Karre, Klapperkasten, Kraftfahrzeug, Kraftwagen, Mühle, Personenkraftwagen, PKW, Vehikel, Wagen - local (en) - local (en) - αεροναυτικόςLuftfahrt... - Airbus - αεροπλανοφόροder Flugzeugträger, Flugzeugträger, Landungsboot - αεροπλάνο της γραμμήςPassagierflugzeug, Verkehrsflugzeug - αερόπλοιο, πηδαλιουχούμενοZeppelin - αμφίβιο όχημαAmphibienfahrzeug - κανάλι μεταφοράς νερούAquädukt - τοπικόςOrts-... - κιβωτόσArche - αυτόγυρο, ελικόπτερο αεροπλάνο - καροτσάκι για μωρά, καροτσάκι μωρού, παιδικό καροτσάκιKinderwagen, Sportwagen - βάρκαBinnenschiff, Kahn, Plattbodenboot, Rheinkahn, Schleppkahn - μυοδρόμωνασ, τρισίστιο πλοίοSegelboot, Segelschiff, Segler - δίτροχο καροτσάκι, χειράμαξαHandkarre, Karre, Schubkarre, Schubkarren - bathyscape, bathyscaph, bathyscaphe (en) - θωρηκτόSchlachtschiff - αυτοκίνητο στέισον βάγκον, στέισον βάγκονKleinbus, Kombiwagen - Βερολίνο, τετράτροχη άμαξαBerlin - colloquial: Drahtesel, Fahrrad, Rad, Velo, Zweirad - δίδυμο ποδήλατοTandem - διπλανό, διπτέρυγο αεροπλάνοDoppeldecker - μικρό αερόστατοPrallluftschiff - Fahrbücherei - αεροσκάφος που μεταφέρει φορτίο, εμπορικό πλοίο, φορτηγό πλοίοFrachter, Handels-..., Handelsschiff - είδοσ ιστιοφόρου - Autoskooter, Boxauto - αγοραίο όχημα, ταξίMietswagen, Taxi - καρότσαCabrio, Cabriolet, Kabrio, Kabriolett - κρουαζιερόπλοιο, σκάφος αναψυχήςAusflugsdampfer, Jacht, Vergnügungsdampfer, Yacht - κανό, μονόξυλοKajak, Kanu, Paddelboot - βαγόνιEisenbahnwagen, Wagen, Waggon, Wagon - φορτηγό πλοίοFrachter, Frachtschiff, Lastschiff, Trampschiff - carack, carrack (en) - δίγαστρο, καταμαράν, σκάφος καταμαράνAuslegerboot, der Katamaran, Katamaran - catboat (en) - ερπύστρια, κάμπιαGleiskette, Raupe, Raupenfahrzeug - Zahnradbahn - Containerschiff - μεταφορική ταινία, ταινιόδρομοςFörderband - ελαφρά λέμβοσ - κορβέτα, πλοίο, ταχύ πλοίοKorvette - κρουαζιερόπλοιοKreuzfahrtschiff - dhow (en) - Diesellokomotive - βάρκα πλοίου, κωπήλατη βάρκα, φουσκωτή βάρκαBeiboot, Kahn, Ruderboot, Schlauchboot - τραπεζαρία τρένουSpeisewagen - Stuka, Sturzkampfflugzeug - dogcart (en) - μονόξυλο - ανατρεπόμενο φορτηγόKipper, Kippwagen - elektrische Lokomotive, E-Lok - εναέριο τρένο - ανελκυστήρας, ασανσέρAufzug, Fahrstuhl, Hebevorrichtung, Hebezeug, Lift - Feluke - οχηματαγωγό πλοίο, φέρι-μποτ, φεριμπότFähre, Fährschiff - attack aircraft, fighter, fighter aircraft (en) - fireboat (en) - πυροσβεστική αντλία - fire ship (en) - Fangschiff, Fischerboot, Fischereifahrzeug, Fischereischiff - flat, flatbed, flatcar (en) - Galeone, Galione, Galleone - ανεμοπλάνο, ανεμόπτεροSegelflugzeug, Segler, Sportflugzeug - golfcart, golf cart (en) - κανονιοφόροςKanonenboot - gurney (en) - Sackkarre, Sackkarren, Stechkarre - νεκροφόραLeichenwagen - ελικόπτεροDrehflügelflugzeug, Helikopter, Hubschrauber - navio hospital (pt) - αερόστατοHeißluftballon - hot rod, hot-rod (en) - αερόστρωμνο όχημαHovercraft, Luftkissenfahrzeug - τζιπGeländewagen, Jeep - χειράμαξαRickscha - δικάταρτο πλοίοKetsch - λαντώLandauer - Liberty ship (en) - σωσίβια λέμβοςRettungsboot - λιμουζίναLimousine - πλοίο ή αεροπλάνο της γραμμήςHochseeschiff, Linienschiff - άμαξα έλξης συρμών, ατμομηχανή, λοκομοτίβαLok, Lokomotive, Triebwagen - μεγαλύτερα λέμβοσ πλοίουBarkasse, Wikingerboot - φορτηγόLastauto, Laster, Lastkraftwagen, Lastwagen, Lastwagen, Lastwagen-..., Lastzug, LKW, Sattelschlepper, Transporter, Transportfahrzeug, Truck - πλοίο με τετράπλευρα ιστίαLogger - Mondfähre - man-of-war, ship of the line (en) - Mayflower (en) - μετρό, υπόγειος σιδηρόδρομοςLondoner U-Bahn; U-Bahn..., Metro, U-Bahn, Untergrundbahn - μοτοποδήλατο, παπάκι, παπί - minivan (en) - μονός σιδηρόδρομοςEinwegbahn - μηχανάκιMofa, Mokick, Moped, Motorfahrrad - δίκυκλο, μηχανή, μοτοποδήλατο, μοτοσικλέταKraftrad, Motorrad - αυτοκινούμενο όχημαKfz, Kraftfahrzeug, Motorfahrzeug - ποδήλατο ανώμαλου δρόμουMountainbike - Erdölleitung, Ölleitung - βυτιοφόρο, δεξαμενόπλοιο, πετρελαιοφόροÖltanker, Tanker, Tankschiff - outrigger canoe (en) - ανατολικό φορείονSänfte - άμαξαEisenbahnwagen, Kutsche, Personenwagen, Waggon - πλοίοFahrgastschiff, Linienschiff, Passagierschiff - navio de patrulha (pt) - picape (pt) - pilot boat (en) - αγωγόςPipeline, Rohrleitung - κλούβα αστυνομίασPolizeiwagen - βαγόνι πούλμαν, βαγόνι ύπνου, λεωφορείο πολυτέλειασ, πολυτελήσ σιδηροδρομική άμαξα, πούλμανSchlafwagen - αγωνιστικό αυτοκίνητοBolid, Bolide, Rennauto, Rennwagen, Rennwagen,das Rennrad - μέσο μαζικής μεταφοράς, μέσο ταχείας μεταφοράς - τροχόσπιτο - Zweisitzer - σιδηροδρομικά βαγόνιαFahrzeuge - sailboat, sailing boat (en) - ιστιοφόροPassagierschiff, Segelboot, Segelschiff - Sampan - σχολικό λεωφορείοSchulbus - εκπαιδευτικό πλοίοSchulschiff - καροτσάκι, καροτσάκι αποσκευών, τρόλεϊ αποσκευώνEinkaufsroller, Einkaufswagen, Gepäck, Gepäckwagen, Handwagen, Karren, Karrette - χιονοπέδιλα, χιονοπέδιλο - Skylab (en) - δουλεμπορικό πλοίο - βάγκον λιSchlafwagen - σλέπιBeiboot, Flieboot, Schaluppe - Sno-cat (en) - Schneepflug, Schneeräumer, Schneeräumgerät - διαστημικό σκάφος, διαστημόπλοιοRaumfahrzeug - Orbitalstation, Raumlabor, Raumstation, Spacelab, Weltraumstation - ταχύπλοο σκάφοςRennboot, Schnellboot - διθέσιο αμάξι, κουπέ, σπορ αυτοκίνητοCoupé, Kupee, Sportcoupé, Sportwagen - ταχυδρομική άμαξαPostkutsche - διαστημόπλοιο, επανδρωμένο διαστημόπλοιοRaumfahrzeug, Raumschiff, Weltraumfahrzeug, Weltraumschiff - ατμόπλοιο, βαπόριDampfboot, Dampfer, Dampfschiff - steam locomotive (en) - γραμμές του τραμ, τραμElektrische, S-Bahn, Schnellbahn, Stadtbahn, Straßenbahn, Straßenbahnwagen, Straßenbahnzug, Tram - pigboat, sub, submarine, U-boat (en) - γουιντσέρφιγκ, ιστιοσανίδα, σανίδα του `σερφιν`, σανίδα του σέρφιγκSurfbrett, Wellenreitbrett, Wellenreiten, Wellenreiterbrett, Windsurfen, Windsurfing - ελαφρή τετράτροχοσ άμαξα - βυτιοφόρο βαγόνιKesselwagen - tank engine, tank locomotive (en) - λέμβοσ πλοίου, μεγάλη άκατοσ, πλοιάριοTender - αντιτορπιλικό, ναρκοβόλο, τορπιλλοβόλο - aerial tramway, cable tramway, ropeway, tram, tramway (en) - τρίκυκλοDreirad - trimaran (en) - τριήρησ - τρόλεϊOberleitungsomnibus, Obus, Trolleybus - ρυμουλκόSchleppdampfer, Schlepper - twinjet (en) - Einrad - καράβι, ναυς, πλοίο, σκάφοςSchiff - πολεμικό πλοίοKriegsschiff, Militärschiff - whaleboat, whale boat (en) - αναπηρικό καροτσάκιFahrstuhl, Krankenfahrstuhl, Rollstuhl, Selbstfahrer - Zeppelin[Domaine]

-

 


   Publicidade ▼