Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

πτερωτόσ - ελαφοκέρατο, κέρατο ελαφιού - ψευδοπόδιο - ovipositor, oviscapto (pt) - λειρί - furcula (en) - γιάντεσ, κλειδοκόκκαλο - πτέρωμα, φτέρωμα, φτερά - μαλλί, χνούδι - μαλλί ζώου, τρίχωμα - μάλλινος, μαλλί - τρίχα - sensory hair, vibrissa, whisker (en) - κέλυφος, καβούκι, καύκαλο - εξωτερικός σκελετός, κέλυφος, καβούκι, περίβλημα, τσόφλι, όστρακο - carapaça, couraça (pt) - νημάτιο μαλακίου, τριχίδιο μαλακίου - θαλασσινό κοχύλι, κοχύλι - έλυτρο - νύχι, νύχι αρπακτικού, νύχι αρπαχτικού - δαγκάνα - τετράποδο - γενειοφόρος, που έχει φαβορίτες - ασπόνδυλο πόδι, πόδι - πρώτο στομάχι μηρυκαστικού - τρίτο στομάχι μηρυκαστικού - τέταρτο στομάχι μηρυκαστικού - ψαροκόκαλο - φτερό πτήσης - μπαρμπούνι - amniótico (pt) - prothorax (en) - metâmero, protovértebra, vértebra rudimentar (pt) - caecal, cecal (en) - μήρου - γενετικός, κληρονομικός - ομφαλικόσ - cardiovascular (en) - επιδερμικόσ - ectodermal, ectodermic (en) - γενετήσιος, γεννητικός - λαρυγγικός - synaptic (en) - φαρυγγικόσ - κοιλιακόσ - σύστημα - ερωτογενής ζώνη, ερωτογόνος περιοχή - carina (en) - interseção (pt) - chiasma opticum, optic chiasm, optic chiasma (en) - νεύρο φτερού, νεύρο φύλλου, πλευρά - πλέγμα - νευρικό πλέγμα - πόρος, πόρος δέρματος - τριχοειδή αγγεία νεφρών - Afro, Afro hairdo (en) - κοτσίδα, κοτσιδάκι - αλογοουρά - γάγγλιο - επιγλωττίδα - μπούκα - στόμα - στοματική κοιλότητα - cavidade, seio (pt) - χοριοειδής χιτώνας - sobrancelha, sobrolho (pt) - βλεφαρίδα - τυμπανική μεμβράνη αυτιού, τύμπανο αφτιού - κρυσταλλοειδής φακός, κρυσταλλοειδής φακός του ματιού - εξωτερικό αυτί - πτερύγιο, πτερύγιο αυτιού - mediastino (pt) - anvil, incus (en) - εσώτατο οστάριον του ωτόσ - βάλανος πέους, κεφάλι πέους - chamber (en) - cardia (en) - λεμφικό σύστημα - βοθρίο, φοβέα, ωχρά κηλίδα - blind spot, optic disc, optic disk (en) - ανοσοποιητικό σύστημα - νευρικό κέντρο - κόνδυλος - αιχμή, κόκκοσ - εγκεφαλικό ημισφαίριο - archipallium, paleocortex (en) - μετεγκέφαλος - αδενοϋπόφυση, πρόσθια υπόφυση - νευροϋπόφυση - islands of Langerhans, isles of Langerhans, islets of Langerhans (en) - παρεγκεφαλίδα - Broca's area, Broca's center, Broca's convolution, Broca's gyrus, convolution of Broca (en) - visual area, visual cortex (en) - sensory speech center, Wernicke's area, Wernicke's center (en) - εγκέφαλος - dobra, plica, ruga (pt) - frontal lobe (en) - parietal cortex, parietal lobe (en) - occipital cortex, occipital lobe (en) - temporal ccortex, temporal lobe (en) - προμήκης μυελός - αμυγδαλή, αμυγδαλοειδής πυρήνας - πρόσθιος εγκέφαλος - έλικας ιππόκαμπου, ιππόκαμπος εγκεφάλου - διάμεσος εγκέφαλος, διεγκέφαλος - claustrum (en) - θάλαμος εγκεφάλου - also accented as mesegkéfalos, μέσος εγκέφαλος, μεσεγκέφαλος - γέφυρα, ουαρόλειος γέφυρα - tronco cerebral (pt) - περιφερικό νευρικό σύστημα - ακούσιο νευρικό σύστημα, αυτόνομο νευρικό σύστημα, φυτικό νευρικό σύστημα - συμπαθητικό νευρικό σύστημα - παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα - brachial plexus, plexus brachialis (en) - cervical plexus, plexus cervicalis (en) - choroid plexus, plexus choroideus (en) - αναπαραγωγικό σύστημα - ουροποιητικό σύστημα - αναπνευστικό σύστημα - καρδιαγγειακό σύστημα, κυκλοφορικό σύστημα - ουροδόχος κύστη - bursa (en) - cheek pouch (en) - marsupium (en) - κύστη όρχεος, όσχεο - folículo, vesícula (pt) - αδένασ, περικάρπιο - folículo do cabelo (pt) - υμένασ - εφηβαίο, όρος της Αφροδίτης - μεγάλο χείλος - μικρό χείλος - spermatic cord (en) - arytaenoid, arytenoid, arytenoid cartilage (en) - θυρεοειδής χόνδρος, καρύδι, μήλο του Αδάμ - φωνητικές χορδές - δωδεκαδάκτυλο - πυλωρόσ - ειλεός - τυφλό έντερο - σκωληκοειδής απόφυση - απευθυσμένο, ορθό, το τελευταίο τμήμα του παχέος εντέρου - πρωκτός - περίνεο - αυχένας, σβέρκος - μασχάλη, μασχαλιαία κοιλότητα - κορμός, κορμός σώματος, σώμα - θώρακας, στήθος - θηλή, θηλή μαστού, θηλή στήθους, πιπίλα, πιπίλα μπιμπερό, ρώγα - δαχτυλιδένια μέση, λεπτή μέση - κοιλιά, μπάκα, στομάχι - αφαλός, ομφαλός - κοιλιά, στομάχι - γλουτοί, καβάλος, κωλομέρια, νώτα, οπίσθια, οπίσθια ρούχου) - κωλομέρι, οπίσθιο - foot, human foot, pes (en) - μοιρασιά στα χαρτιά, χέρι - άκρη του δαχτύλου, ακροδάχτυλο - αριστερός παράμεσος, δακτυλιώτης, δαχτυλιδάς, παράμεσος, παράμεσος αριστερού χεριού - μέσος, μεσαίο δάχτυλο - δαχτυλάκι, μικρό δάκτυλο, ο μικρός, ωτίτης - μεγάλο δάχτυλο ποδιού - νύχι - ενδοσκελετός - εξωσκελετός - acetabulum, cotyloid cavity (en) - πρόσωπο, όψη - χαρακτηριστικό, χαρακτηριστικό προσώπου - rotator cuff (en) - McBurney's point (en) - θαλλός - στέλεχος - υμένιο - στήμονας - ανθήρ - ύπεροσ άνθουσ - καρπόφυλλο - νεκτάριο - κοτυληδών - πέταλο - σέπαλο - κάλυκας - περιάνθιο - χνούδι φυτών - φλοιός δέντρου cinchona ledgeriana - ostiole (en) - plastid (en) - chromoplast (en) - cloroplasto (pt) - basidium (en) - gill, lamella (en) - hypha (en) - μυκέλιο - περικάρπιο - ascus (en) - κληματσίδα, κληματόβεργα - ριζωματώδες υπόγειο τμήμα φυτού - κομμάτι από φυτό που ξαναφυτεύεται - offset, runner, stolon (en) - βολβός - ρίζωμα - κοτσάνι, στέλεχοσ - πέτασοσ άνθουσ - βοτρυοειδέσ άνθοσ - ανθήλη - μικρόσ στάχυσ - άνθοσ φοίνικοσ, σπάδιξ - φλοιός, φλούδα - φλούδα - σελίδα, φύλλο, φύλλωμα - φύλλο στο μίσχο άνθουσ - angustura (pt) - cana, caule de cereais, haste, restolho (pt) - στροφή, σφονδύλι - goatskin (en) - κοράλι - φελλός - cânhamo (pt) - juta (pt) - ροκανίδια, υπέρτεροσ - raffia, raphia (en) - spice (en) - Christmas log, yule log, Yule log, Yuletide log (en) - wool (en)[Domaine]

-

 


   Publicidade ▼