Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

άθλημα, άθληση, αθλοπαιδιές, σπορ - sport (en) - άθλημα επαφής - esqui de fundo - το να κάνει κανείς χιονοδρομικά άλματα, χιονοδρομικό άλμαpista de salto, salto com esqui, salto com esquis - `σέρφιν`, ιστιοσανίδα, κυματοδρομία, περιήγηση στο διαδίκτυο, σέρφιγκ, σέρφινγκsurfe - κωπηλασίαato de remar, esporte do remo, remadela, remadura - τοξοβολίαarco-e-flecha, jogo do arco - professional wrestling (en) - παγοδρομία, πατινάζ, τροχοδρομίαpatinação - παγοδρομία - patinação artística - τροχοπέδιλοpatim de rodas - skateboarding (en) - greyhound racing (en) - horse racing (en) - equitação, hipismo - ciclismo - tourada - foxhunt, fox hunting, fox-hunting (en) - ψάρεμα με πετονιάpesca, pêssego - jogo com bolas - χόκεϊ σε πάγοhóquei no gelo - tetherball (en) - γουότερ πόλο, υδατοσφαίρισηpólo aquático - minigolfe - παιχνίδι με κρίκουςjogo das argolas, malha - χόκεϊ, χόκεϋhóquei - Αμερικάνικο ποδόσφαιρο - ράγκμπιrâguebi - perfect game (en) - no-hit game, no-hitter (en) - rounders (en) - λακρός, χόκεϊ σε χόρτοlacrosse - πόλοpólo - ποδόσφαιροfutebol - αντιπτέρισηbadmington - basquetebol - αντισφαίριση, αντισφαίριση σε χλοοτάπητα, τένις, τέννις or τένιςténis, tênis - court tennis, real tennis, royal tennis (en) - aikido (en) - πολεμική τέχνη - τζούντοjudo - είδοσ πολεμικήσ τέχνησjiu-jitsu - καράτεkaraté - βάζω άλογο να τρέξει σε ιπποδρομία, τρέχω, τρέχω σε αγώνα, τρέχω σε αγώνα δρόμουcorrer - completar - δέκαθλοdecatlo - Ολυμπιάδα, Ολυμπιακοί αγώνεςOlimpíadas - Χειμερινή Ολυμπιάδα, Χειμερινοί Ολυμπιακοί ΑγώνεςJogos Olímpicos de Inverno - πένταθλοpentatlo - Grand Prix (en) - ελεύθερο στυλestilo livre - Grand National (en) - σκυταλοδρομίαcorrida de estafetas - salto de barreiras - άλμα επί κοντώsalto à vara - σφαίρα, σφαιροβολία - hammer throw (en) - fechamento de fábrica[Domaine]

-

 


   Publicidade ▼