Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

navegação - fishing (en) - επάγγελμα, καριέρα, τέχνηprofissão - ειδίκευση, εξειδίκευσηespecialização - εργασίαemprego - υπουργόςministro - αξίωμα, δουλειά, θέση, θέση εργασίας, πόστοcorreio, correios, emprego, lugar, posição, posto - μαθητείαaprendizagem - αρχηγίαlugar de capitão, mestria - estágio - rulership (en) - επιστασία, θέση καμαρότουadministração, intendência, intendente, mordomia, mordomo - bookbinding (en) - ξυλοκοπτική, ξυλουργικήartesanato em madeira, carpintaria, carpintaria. - λογοτεχνία - αρχιτεκτονική - ιατρικήmedicina - προληπτικό φάρμακοmedicina preventiva - medicina alternativa - λογιστικήcontabilidade - κοστολόγησηorçamento - άσκηση, πρακτική - μέτρηση τησ όρασησ, οφθαλμομετρίαoftalmologia - ρόλος - συμβουλεύομαι - μελλοντικός, προσεχής, πρώτος - επίτιμοσ - αγρονομικόσ, αγροτικόσagrário - commanding, ranking, top-level, top-ranking (en) - διαχειρίζομαι, διοικώadministrar, dar, dirigir, gerir - περιποιούμαιajudar - εξασκώ, εφαρμόζω, κάνωpraticar - αρχιεπισκοπικόσarquiepiscopal - επισκοπικόσepiscopal - καθηγητικόςprofessoral - ραββινικόσrabínico - Bench (en) - μηχανικός, τεχνολόγοςtecnóloga, tecnólogo - οινολόγος - abbess, mother superior, prioress (en) - ηγουμένη, ηγούμενοςabade, abadessa - αυτόσ που επιχειρεί έκτροση, ενεργών εκτρώσεισaborteira, cureteira, médica aborteira - acompanhante - λογιστήςcontabilista, contador, de contabilidade, guarda-livros - θεατρίνος, μέλος θιάσουactor, artista ambulante - υπασπιστήςajudante, ajudante de ordens, edecã - adjutant general (en) - διαχειριστής, διοικητικό στέλεχοςadministrador, executivo - διαχειριστής, διευθυντής, διοικητήςadministrador - διαφημιστήςagente publicitária, anunciante, publicitária - αντιπρόσωπος λογοτεχνών - προβοκάτορασincitadora, instigadora - γεωπόνος, καλλιεργητήςcultivador, produtor - αγρονόμοσagrônoma, agrônomo - αλχημιστήςalquimista - αλπινιστήσalpinista - ανατόμοςanatomista - âncora, apresentador - μαθητευόμενοςaprendiz, estagiário - archdeacon (en) - αρχαιολόγοςarqueólogo - arquitecto - αρχειοφύλακαςarquivista - ιεράρχησprelado - army engineer, military engineer (en) - arrowsmith (en) - art director (en) - πυροβολητήσartilheiro - εικονογράφοςilustrador - αστρολόγοςastrólogo - αστροναύτης, κοσμοναύτηςastronauta, cosmonauta - αστρονόμοςastrónomo, astrônomo - οικιακή βοηθόσ - auto-mechanic, automobile mechanic, car-mechanic, grease monkey, mechanic (en) - αεροπόρος, πιλότοςaviador, membro da força aérea - ayah (en) - baas (en) - παιδίατροςpediatra - μπέιμπι σίτερ, φύλακασ νήπιωνama, babá, babysiter, baby-sitter - βακτηριολόγος, μικροβιολόγοςbacterióloga, bacteriologista - δικαστικόσ κλητήρ, δικαστικόσ κλητήρασmeirinho, oficial de justiça - ball boy, ball girl (en) - μπαλαρίναbailarina - ταυρομάχοςtoureiro - picador - torero (en) - μεγιστάναςbarão, magnata - δικηγόροςadvogado - μπάρμανbarman, empregado de bar, garçom - basileus (en) - ορντινάντσα αξιωματικούimpedimento, ordenança - ενοριακόσ αστυνόμοσ, κοσμήτωρbedel, funcionário paroquial - μελισσοκόμος, μελισσόκομοσapicultor - νεαρός υπηρέτηςmandarete, mensageiro - bioquímico - βιολόγοςbióloga, biólogo - σιδηρουργόςferreiro - λοστρόμοςoficial de navio - άγγλοσ αστυφύλακασpolícia, policial - bookkeeper (en) - βιβλιοπώληςlivreiro - λαθρέμποροσ οινοπνευματώδων - ευταξίασ ποτοπολείουleão-de-chácara - κτηνοτρόφοσ - χτίστηςpedreiro - ταξίαρχοςbrigadeiro - Brother (en) - διοικητικός υπάλληλοςburocrata - burgomestre - ajudante de garçom - επιχειρηματίαςcomerciante, empresário, homem de negócios - επιχειρηματίηempresária, mulher de negócios - αρχιυπηρέτησ, μπάτλερ, οικονόμοσmaître, maître d'hôtel - χαλίφηςcalifa - cinegrafista, fotógrafo, operador cinematográfico - αυτός που διεξάγει μια εκστρατεία, εκστρατεύωνque faz campanhas - capitão - καρδιολόγή, καρδιολόγοςcardióloga, cardiólogo - κομιστής, φορέαςportador - εστιάτορασ, προμηθευτήσ, προμηθευτήσ τροφίμων, τροφοδότηςfornecedor - census taker, enumerator (en) - πρωθυπουργόςprimeiro ministro - Υπουργός Οικονομικών στη Μεγάλη Βρετανία - στρατιωτικός ιερέαςcapelão - chapman (en) - chartered accountant (en) - πρόεδρος εταιρείαςpresidente director geral - πεντικιουρίσταςcalista - χορογράφοσcoreógrafo - καθαριστήςlavador - faxineiro, lavador, limpador - ιερωμένος, κληρικός, ρασοφόροςclérigo - κληρικόςeclesiástico - ανθρακωρύχοςmineiro - μπαλωματής, τσαγκάρης, υποδηματοποιόςremendão, sapateiro - αρθρογράφοςcolunista - λαϊκόσ επίτροποσ, υπουργόσcomissário - αρχιπλοίαρχοςcomodoro - συνθέτης, τυπογράφοςcompositora tipográfica, tipógrafa - ανάδοχοσconcessionário - μαέστροςmaestro - ζαχαροπλάστηςconfeiteiro - σύνδεσμος - πρόξενος, ύπατοσcônsul - αρχιμάγειρας, μάγειραςchefe de cozinha, cozinheiro, cozinheiro-chefe - συντονιστήσcoordenador, coordenadora - χαλκουργόσ, χαλκωματάσcaldeireiro - redator, redatora publicitária - ιατροδικαστήςmaigstrado, médico do corpo policial, médico legista - Barbary pirate, corsair (en) - δεξιοτέχνης, τεχνίτηςartesão, artífice, técnico - κρουπιέρηςcroupier - έφορος μουσείουconservador, curador - φύλακαςguarda, guardião - dairymaid, milkmaid (en) - defense contractor (en) - demographer, demographist, population scientist (en) - οδοντίατροςdentista - δερματολόγοσDermatologista - ντεντέκτιβ, ντετέκτιβdetective - παθολόγοςpatologista - διαιτολόγοςdietista - διευθυντής, επικεφαλής, επιστάτης, επιτηρητής, μάνατζερ, σκηνοθέτης, σκηνοθέτιςdirector - director, theater director, theatre director (en) - ντισκ τζόκεϊ, ντισκ τζόκεϋdisc jockey, disc jóquei, discotecário - ποτοποιόςdestilador - εισαγγελέασ - διπλός πράκτοραςagente duplo - διερμηνέασdrogomano, pescador - εργάτησ δημόσιων έργων, εργάτησ εισ δημόσια έργα, σκαφτιάσescavadeira mecânica, máquina de escavar - ganhador - οικολόγοςecologista, ecólogo - ηλεκτρολόγοςelectricista - εγκυκλοπαιδικόσcompilador - μηχανικός, μηχανολόγος, οδηγός τρένουmecânico - ωτορινολαρυγγολόγος - εντομολόγοσentomologista - εθνογράφοςetnógrafo - εθνολόγοςetnólogo - etimologista - δήμιος, εκτελεστήςcarrasco - εξαγωγέαςexportador - τελειωτήσexterminador - αγρότης, ιδιοκτήτης φάρμας, κτηνοτρόφοςagricultor - πεταλωτήσferrador - Father, Padre (en) - φελλάχησ - παραγωγόςcineasta - ministro da fazenda, ministro das finanças - πυροσβέστηςbombeira, bombeiro - ιχθυοπώλης, ψαράςpeixeiro - υπουργόσ εξωτερικών - freelance - κακοποιός, συμμορίτηςcriminoso, gangster - σκουπιδιάρηςlixeiro - gaúcho - χωροφύλακασgendarme - general officer (en) - generalista - γεωγράφοςgeógrafo - geologo, geologos, γεωλόγοςgeólogo - γεωμέτρηςagrimensor, geómetra, lagarta-mede-palmos - dourador, dourador de molduras - αυτός που τοποθετεί τζάμια, τζαμάς, υαλοπώληςvidraceiro - αιγοβοσκόσpastor de cabras - governor general (en) - γραμματικόσgramático - νεκροθάφτηςcoveiro - δεσμοφύλακαςcarcereira, carcereiro, guarda de cárcere - οπλοφόροςpistoleiro, sicário - γυναικολόγοςginecologista - κομμωτής, κομμώτρια, κουρέαςbarbeiro, cabeleireiro - δήμιοςcarrasco - καπελάςchapeleiro - μεταφορέαςtransportador - αρχηγός κράτουςchefe de Estado - αυτός που φροντίζει κπ. άρρωστο ή ανάπηρο, επαγγελματίας υγείας - βοσκός, κτηνηλατήσpastor, pegureiro - Holy Roman Emperor (en) - κηπολόγοσ, φυτοκόμοσhorticultor - πανδοχέαςestalajadeiro, hospedeiro - ανοσολόγος - εισαγωγέαςimportador - πεζοπόροςinfante - infielder (en) - διακοσμητής εσωτερικού χώρουdecorador, decorador de interiores - εσωτερικός ειδικευόμενος γιατρόςinterno - γελωτοποιόςbobo, bobo da corte - χονδρέμποροςatacadista - δικαστής, ειρηνοδίκης, κριτής, νομικόςjuiz, juíz, juíza, jurista, magistrado - ειρηνοδίκησ, πταισματοδίκησmagistrado - Kaiser (en) - trabalhador, trabalhador manual - λάμαlama - αρχιτέκτονας κήπουarquitecto paisagista - ναύτησ των α. ινδίων - μαστιγωτήσaçoitador - βιβλιοθηκάριοςbibliotecário - assistente de enfermagem - αντισμήναρχοσ, αντισυνταγματάρχησtenente-coronel - capitão de fragata - αντιπτεράρχοσ, αντιστρατηγόσtenente-general - ναυαγοσώστηςsalva-vidas - faroleiro - εξευρίσκων, τοποθετώνlocador, localizador - παρατηρητής, σκοπός, φρουρόςsentinela, vigia - Lord Chancellor, Lord High Chancellor (en) - οδηγόσ ελέφαντοσ, φύλακασ ελέφαντοσcornaca - ταχυδρόμοςcarteiro - αρχιοικονόμοσmordomo - manicura, manicurista - μοντέλο - man-at-arms (en) - ναυτικόςmarujo, navegador - χτίστηςpedreiro - υφασματέμποροσ μεταξιού - aspirante de marinha - parteira - μικάδοσmicado, soberano do japão - ιερέασ, παπάσ, πατήρcapelão - αρμέχτρα, γαλακτοπώλης, γαλατάςleiteira, leiteiro, ordenhadora - εργάτης ορυχείουmineiro - υπουργός - εργολάβος κηδειώνagente funerário, cangalheiro, gerente de casa funerária, papa-defunto - αγύρτησ, τσαρλατάνοσcharlatão, impostor - ιμάμης, μουεζίνης, χότζαςalmoadem, almuadem, almuédão, muezim - μουλάς - music critic (en) - μουσκετοφόροςmosqueteiro - mykologos - μυθολόγοσ - εκφωνητής δελτίου ειδήσεωνlocutor - enfermeiro - μαία, μαιευτήρας, μαμήobstetra, parteira, parteiro - διοικητικός επίτροποςprovedor da justiça - operator (en) - oculista, ótico - ορθοδοντικός - χειροπράκτορασ, χειροπράκτωρ - rightfielder, right fielder (en) - centerfielder, center fielder (en) - leftfielder, left fielder (en) - Panchen Lama (en) - jornaleiro, vendedor de jornais - paramédico - παραψυχολόγος - αλεξιπτωτιστήςsoldado pára-quedista - Member of Parliament, Parliamentarian (en) - party girl (en) - πασάςpaxá - ενεχυροδανειστήςpenhorista - pencil pusher, penpusher (en) - αρωματοποιόσ, αρωματοπώλησ, μυρεψόσperfumista - P.O., petty officer, PO, U.S.P.O. (en) - φαραώfaraó - φαρμακοποιόςfarmacêutico - φαρμακολόγοσfarmacologista, farmacólogo - φιλόλογοςfilólogo - φωτογράφοςfotógrafa, fotógrafo - poet laureate (en) - πάπας, ποντίφικαςpapa, pontífice - πορνογράφοςpornógrafo - επαγγελματίασclínico, médico, trabalhador - πραίτοραςpretor - νομάρχηςprefeito - γκαζιέρα - detetive particular - processor (en) - επαγγελματίαςprofissional - car parts dealer, property man, property manager, property master, propman, prop man, props man (en) - ''colloquial:'' πουτάνα, ιερόδουλη, πουτάνα, πόρνη, πόρνος, τσουλί, τσούλαprostituta, puta - δήμαρχος, κοσμήτορασ, προεστόσreitor - ψυχίατροςpsiquiatra - ψυχίατροσ - ιδιοκτήτης μπιραρίαςdono de bar - διαφημιστήςagente publicitário, publicitário - quartermaster general (en) - Queen's Counsel (en) - radiologic technologist (en) - ακτινολόγος, ραδιολόγοςradiologista - κτηματομεσίτης, μεσίτηςagente imobiliário - contra-almirante - registered nurse, RN (en) - fireman, relief pitcher, reliever (en) - επιδιορθωτήςreparador, técnico - εστιάτοραςdono de restaurante - έμπιστοςbraço direito - rock star (en) - running back (en) - salesgirl, saleslady, saleswoman (en) - representante - σατράπηςsátrapa - ευρίσκων τον δρόμοdecalcador, descobridor, guia, pesquisador - second baseman, second sacker (en) - ανθυπολοχαγόςguarda-marinha, segundo tenente - μυστικός πράκτορας - Attorney General, United States Attorney General, US Attorney General (en) - Secretary General (en) - σεισμολόγοςsismologista - λαθρέμποροςmáquina de vender - νεωκόροςsacristão - θεριστήσcultivador, tosquiador - ιάπων αρχιστράτηγοσ, σογκούν - καταστηματάρχης, λιανέμπορος, μαγαζάτοραςcomerciante, lojista - θεατρώνης, θιασάρχης, ιμπρεσάριος, παραγωγόςempresário - διαβιβαστής, σηματωρόςagulheiro, sinaleiro - silversmith, silverworker, silver-worker (en) - δούλαcriada - λαθρέμποροςcontrabandista - κοινωνικόσ λειτουργόσassistente social - ειδικευμένος επιστήμοναςespecialista - ειδικευμένος γιατρός, ειδικόςespecialista - εκπρόσωποςporta-voz - voz - starting pitcher (en) - αναλογιστήσ, ασφαλιστήσestatístico, perito de estatística - λιμενεργάτης, φορτοεκφορτωτήςdescarregador, estivador - συνοδόςhospedeiro - αεροσυνοδόςaeromoça, comissária, comissária de bordo, hospedeira de bordo, hospedeira do ar - prostituta, puta, vadia - σουλτάνοςsultão - επιστάτησ φορτίουsobrecarga - προμηθευτής - δαμαστήσ, θηριοδαμαστήσdomador - mandante - αυτός που κάνει εκτίμηση ή υπολογισμό, διατιμητήσ, εκτιμητήσavaliador - φοροεισπράκτορασ - ταριχευτής, ταριχευτήσ δέρματων ζώωνtaxidermista - οδηγός φορτηγού, φορτηγατζήσcondutor de caminhão, motorista de caminhão - televangelista - ταμίας, ταμίας σε τράπεζαcaixa, contador - interino - πιλότος δοκιμαστικών πτήσεωνpiloto de ensaios - thatcher (en) - third baseman, third sacker (en) - tight end (en) - γανωτήσ, κασσιτερωτήσ, τενεκετζήσestanhador, fundidor de estanho, funileiro, latoeiro, mineiro - arborist, tree surgeon (en) - δακτυλογράφοσdatilógrafo - ξεναγός, ταξιθέτηςguia, porteiro - τοκογλύφοςagiota, usurário - verger (en) - κτηνίατροςcirurgiã veterinária, doutor, doutora, médico veterinário, veterinária de cavalos, veterinário - αντιναύαρχος - Βεζίρης, βεζύρησvizir - δεσμοφύλακας, διευθυντής ή διοικητής φυλακής, υπάλληλος, φύλακαςempregado, guarda, guarda civil - πολέμαρχοςchefe militar - warrant officer (en) - πλύστραlavadeira - ρολογάς, ωρολογοποιόςoologista, orologisto, relojoeiro - φρουρός ασφαλείαςguarda - τροφόςama, ama de leite - αμαξοποιόςo que faz rodas - κυνηγός, πλάγιος παίκτηςlateral - εργάτησ, κατασκευαστήσfabricante - yardie (en) - zoo keeper (en) - ζωολόγοςzoologista, zoólogo - δημόσιο αξίωμα[Domaine]

-

 


   Publicidade ▼