» 

dicionario analógico

σουβλίfurador, punção - ηγουμενικόσabbacial - προξενείοconsulado - ανελκυστήρας, ασανσέρascensor, elevador - χτίστηςpedreiro - προθήκηestendal, montra - κουζίνα, μαγειρείοcozinha - υδραυλικόςbombeiro, canalizador, encanador - δημαρχείοcâmara municipal, prefeitura - αίθουσα, κινηματογραφική αίθουσαcinema, cinema. - σιδηροδοκόςbarrote - εργαλειομηχανήmáquina operatriz - ασπρίζω, λευκαίνωbranquear - μικρό εστιατόριο-ποτοπωλείοbistro - κίονας, κολόνα, στήληcoluna, pilar - ανεγείρω, στήνω, υψώνω, χτίζωerguer - εργαλείο - αποκλείω, βγάζω από τη μέση, εξαλείφωeliminar - αποκλείω, εξαιρώ, παρακάμπτω, παραλείπωexceptuar, omitir - επιβεβαιώνωconfirmar, corroborar - κατασκευήconstrução - ανέγερσηerecção - κατασκευήfabricação - ναυπηγικήconstrução naval - προκαταβολική κατασκευή, προκατασκευή - Κτίριο ή Χτίριο, οικοδομικήedifício, prédio - ακουμπώ, στηρίζωapoiar, encostar, suportar, sustentar, suster - καταστρέφωdestruir - σχεδιάζωcriar, planear, projectar - κατασκευάζω, φτιάχνω, χτίζωfazer, ser - ανοικοδομώ, κτίζω πάλιreformar, renovar - αποσυναρμολογώ, διαλύω, διαλύω σε κομμάτια, ξεμοντάρωdesmanchar, desmontar - κατεπειρώarruinar, demolir, destruir, dilapidar, estragar - επιτεύξιμος, εφαρμόσιμος, εφικτός, πραγματοποιήσιμος, πραγματώσιμος, υλοποιήσιμοςpossível, praticável - ελέγχω, εξακριβώνω - σφαγείοaçougue, matadouro - γκάζι, πεντάλ γκαζιούacelerador - ρυθμιζόμενο γαλλικό κλειδίchave de boca ajustável - adobe, adobe brick, air brick, air-dried brick, green brick, loam brick (en) - υπόστεγο αεροσκαφών, χώρος συντήρησης αεροσκαφώνhangar - κομπρεσέρ αέρος - anechoic chamber, anechoic room, anechoic sound chamber, free field room, free-field room (en) - αίθουσα αναμονής, είσοδος, προθάλαμος, φουαγιέ, χώρος υποδοχήςátrio, hall da entrada - apadana (en) - διαμέρισμα, δωμάτιο, χώροςapartamento - πολυκατοικίαimóvel, prédio - μελισσοκομείοapiário - αψίδαabside - backsaw, back saw (en) - αρτοποιείο, αρτοπωλείο, φούρνοςindústria de panificação, padaria - αίθουσα χορούsalão de baile - κάγγελο, κάγκελο, στύλοσbalaústre - coreto - κάγκελο σκάλας, κουπαστή σκάλαςbalaustrada, balaústre, corrimão, lanço - βέργαtranca - bar (en) - barrel vault (en) - αίθουσα μπαρ, καπηλειό, μπαρ, ποτοπωλείο, σαλούν, σαλόνι πλοίου, τραπεζαρίαbar, salão - quarto de banho - κριόσaríete - δοκάρι, καδρόνιviga - τρελοκομείο, φασαρία, φρενοκομείοbalbúrdia, barulheira, casa de tolos, confusão, hospital de alienados - δωμάτιο, θάλαμος, κάμαρα, κάμαρη, κοιτώνας, κρεβατοκάμαρα, κρεββατοκάμαρα, υπνοδωμάτιοcâmara, compartimento, dormitório, quarto - κυψέληcolmeia, colméia, cortiço - εκκλησία ναυτικών, ιερόsantuário - γραφείων κτλ., πολυκατοικία, συγκρότημα, συγκρότημα σπιτιώνbloco - δέστρα σκάφους, στυλίσκος ελέγχου της κυκλοφορίας στους δρόμουςposte, poste de amarração - μάνταλο - διαχωρισμένο τμήμα, θάλαμος, καμαράκι, κιόσκι, περίπτεροcabine, cubículo, quiosque - ιδιαίτερο δωμάτιο κυρίασ, μπουντρούμιboudoir - ζυθοπωλείο, μπιραρία - κτήριο, κτίσμα, οικοδόμημαconstrução, prédio - αρένα, αρένα ταυρομαχίαςpraça de touros - μπανγκαλόουbungalow, moradia - καμπίνα μηχανοδηγού ή οδηγού φορτηγού κτλ.cabina - cabin (en) - καπηεταιρια, καφέ, καφενείο-μπαρ, καφετέρια, καφετερίαcafé, cafeteria, cafetería, pub, restaurante - εστιατόριο σελφ σέρβιςsnack-bar - canteen (en) - capstan (en) - χάνι για καραβάνιαhospedaria para caravanas, hotel muito grande - casern (en) - κάσα - bishop's throne, cathedra (en) - tecto - κελίalvéolo, cela - κέντρο - αλυσίδα - serra de corrente - ελβετικόσ οικίσκοσ, καλύβα βοσκού, ξύλινο σπιτάκι, σαλέcabana - chamber (en) - ιερόcoro, santuário - κοτέτσι, ορνιθώνας - Eurotúnel - εξώστηςbalcão - δισκοπρίονο, ηλεκτρικό κυκλικόν πριόνιserra circular - αίθουσα διδασκαλίαςaula, classe, sala de aula - clean room, white room (en) - έδρα συλλόγου, λέσχη - συμπλέκτης αυτοκινήτουembraiagem - πέτρα επίστρωσης οδούarredondadas, pedra, pedras arredondado, pedregulho - compartment (en) - μπετονιέραmisturadora - εξομολογητήριοconfessionário - γωνία - γωνία, γωνιά, κόγχη, κόχηcanto, esquina - διάδρομοςcorredor - casa de campo - δόμος, στρώση - αυλή, προαύλιοpátio, praça, tribunal - estábulo - βρεφοκομείο - λοστόςpé-de-cabra - dacha (en) - corredor da morte - deck (en) - detox, detoxicate, render harmless (en) - φυτευτήριenxada, sacola, semeador - τραπεζαρίαsala de jantar - δισκοθήκη, ντίσκο, ντισκοτέκdiscoteca - door (en) - πόμολο, ρόπτροmaçaneta, punhado - κατώφλιdegrau de porta, soleira - άνοιγμα της πόρτας, κατώφλιentrada - φεγγίτηςágua-furtada, lanternim, trapeira - κοιτώνας, οικοτροφείο, φοιτητική εστίαalojamento, dormitório, residência - άκρο τρυπανιούbroca - λειαίνωνpolidora - κατοικία, σπιτικόdomicílio, habitação, lar, moradia - πήχησ, προσθήκη σχήματοσvara - αίθουσαsala de emergência - engineering, engine room (en) - entablamento - ίδρυμα - πρόσοψη, πρόσοψη fachada - feedlot (en) - νοσοκομείο εκστρατείας, στρατιωτικό νοσοκομείο - εστία, τζάκιchaminé, fogão de sala, lareira - ladrilho - soalho - όροφος λεωφορείουandar, piso - floor, trading floor (en) - flush toilet, lavatory, silting method, sluicing (en) - έμπροσθεν διαμέρισμα πλοίου, θάλαμοι πλωρήσcastelo de proa - French window (en) - υπομόχλιοfulcro, ponto de apoio, sustentáculo - furring, furring strip (en) - αέτωμαempena - belvedere, mirante, terraço, varanda - geodesic dome (en) - greasy spoon (en) - σέραestufa - κάτοψη κτίριου - ξενώνας, πανσιόνpensão - σιδεροπρίονοserra - αίθουσα της φήμηςsalão da gloria - εργαλείο χειρός, χειρονακτικά εργαλεία - χαρέμιharém - άμφια, μανδύασ ιερέωσcumeeira - hedge trimmer (en) - ερημητήριοermida - ιπποδρόμιο, ιππόδρομοςhipódromo - hogan (en) - γάντζος - θάλαμοςala, enfermaria - ξενώνας, ξενώνας νεότηταςalbergo da juventude, albergue da juventude - ξενώνας - ξενοδοχείοhotel - δωμάτιο ξενοδοχείου - κτήριοcasa - geladeira - παγοδρόμιοcampo de patinagem, rinque de patinação, rinque de patinação no gelo, rinque de patinagem - σιαγόνες εργαλείου, συνδετήρας - μαδέρι οροφήσ, πατερόbarrote, caibro, trave, viga, viga do sobrado - κλειδί, μίζα αυτοκινήτου, μοχλόςmotor de arranque - σκωτική εκκλησίαigreja - κουζινίτσα, κουζινούλαkitchinette - dwelling on stilts, lake dwelling, pile dwelling (en) - lanai (en) - lancet window, scorer knife, scoring knife, scratcher knife (en) - τόρνος - αποχωρητήριο στρατοπέδουlatrina - μηχανή κουρέματος γκαζόν, μηχανή κουρέματος χόρτουcortador de relva, máquina de tosquiar - αλφάδιnível, nivelador, nível de bolha - βιβλιοθήκηbiblioteca - καθιστικό, καθιστικό δωμάτιο, σάλα, σαλόνιsala de estar - αποδυτήρια - πατάριmansarda - ξύλινη καλύβαcabana feita de toros - αίθουσα αναμονής, σαλόνιsala de espera, sala de estar - κινητέσ γρίλιεσclarabóia, gelosia, trapeira - μηχάνημα - μηχανές, μηχανήματα, μηχανικός εξοπλισμόςmaquinaria - manor, manor house (en) - δίκλινη στέγη, σοφίταmansarda - γαϊτανάκιmastro de primeiro de maio, mastro enfeitado - ψυχιατρική κλινικήasilo - fresadora, máquina de fresar - μιναρέςalmenara, minarete - υπουργείοministério - μονή, μοναστήρι - chave inglesa - μονόλιθοσmonolito - νεκροθάλαμος, νεκροτομείοmorgue, mortuário, necrotério - μουσουλμανικός ναός, τέμενος, τζαμίmesquita - κατακόρυφο πέτρινο χώρισμα παραθύρωνpilarete - κεντρικό κλίτος ναούnave - γραφείο, χώρος εργασίαςescritório, gabinete, mesa, secretária - όπεραópera - αίθουσα χειρουργείου, μέγαρο λυρικής σκηνής, χειρουργείο, χειρουργικόςsala de operações - πλατεία θεάτρουfosso da orquestra - εξέχων παράθυροjanela saliente - βοηθητικό κτίσμαanexo - αποχωρητήριο, βοηθητικό κτίριο, υπόστεγοalpendre, anexo, dependência, depósito, telheiro - παγόδαpagode - paint scraper, palette knife (en) - αποθήκη τροφίμων, κελάριdispensa - χαρτοκόπτης - κατοικία εφημέριου, πρεσβυτέριοcasa paroquial, presbitério - Παρθενώνας - πάτερ ημώνespinel, espinhel, padre-nosso, pai-nosso - πλακόστρωτος χώροςpatio, pátio, quintal, terraço - ζαχαροπλαστείο - πεντάλ, πετάλιpedal - αέτωμα, αέτωμα κτίριουfrontão - ρετιρέ, σοφίταapartamento QUERY - janela panorâmica - οίκος του Θεού, τόπος λατρείαςlocal de culto - architectural plan, plan (en) - δαγκάνες, πένσαalicates, pinça - είσοδοςvaranda - προστέγασμαpórtico - πρεσβυτέριο - mechanical press, press (en) - ΜοναστήριBitola - μπαρ, μπιραρία, παμπbar, taberna - rail, railing (en) - αίθουσα υποδοχήςsala de recepção, sala de visitas - μεγάλη τραπεζαρίαrefeitório - κατοικία, τόπος διαμονήςresidência - εστιατόριοrestaurante - πίστα, πίστα παγοδρομίου, πίστα πατινάζ, παγοδρόμιοrinque, rinque de patinagem - coulier arm, draw lever, looper arm, loop forming lever, rocker arm, valve rocker (en) - rood screen (en) - σκεπή, στέγηteto - δωμάτιοespaço - diamante-rosa, ornato em forma de rosa, rosácea, roseta - δωμάτιο αναψυχήςsala de jogos - σάουνα, χαμάμsauna - saw set (en) - εξέδρα, σκαλωσιάandaime, estrado - σχολείοcolégio, escola - screen, screen door (en) - τραμπάλαgangorra - γνώμονασ - επιχείρηση, κατάστημα, μαγαζίarmazém, loja, negócio - guarita de sinais, guarita de sinalização - φωταγωγόςclarabóia - arranha-céus - καπνιστήριοsala de fumo, sala para fumantes - εργαλείο συγκόλλησηςferro de soldar - πλήκτρο διαστήματος - speakeasy (en) - στάδιοestádio, fase - στήριγμα, στύλοσmontante - escada - πέτρα - αποθήκηarmazém - δωμάτιο ηλιόλουστοsolário - teto-solar - συναγωγήsinagoga - tecla tabuladora - tap wrench (en) - ταβέρναhospedaria, taberna - κλαμένος, τεϊοποτείοmolhado de lágrimas, salão de chá - τηλεφωνικός θάλαμοςcabina, cabina telefónica, cabine, cabine telefónica - τηλεγραφικός στύλοςposte telegráfico - σκηνή ερυθρόδερμων, σκηνή ινδιάνωνtenda - third rail (en) - travessa - WC, αποχωρητήριο, απόπατος, αφοδευτήριο, καμπινές, μέρος, τουαλέταbanheiro, casa de banho, retrete - casa de banho, toalete, vaso sanitário - οδοντογλυφίδαpalito - κλειδί ροπής - δημαρχείοcâmara municipal - πτέρυγα ναούtransepto - τραβέρσαposte, suporte, tirante, travessa, travessão, viga - ορθογωνιόμετρο - régua-tê - σήραγγα, στοά, τούνελtúnel - ανδρικό ουρητήριοmictório, urinol - vacation home (en) - βεράνταvaranda - ιεροφυλάκιο, σκευοφυλάκιοsacristia - voting booth (en) - σφηνόλιθος - strake, wale (en) - wall (en) - lavabo, lavatório - hydrant, tap, water faucet, water tap (en) - μπορδέλο, οίκος ανοχής, πορνείο, χαμαιτυπείοbordel, lupanar, prostíbulo - δερμάτινη σκηνή ερυθρόδερμων, σκηνή ερυθροδέρμωνtenda dos índios - βιτρίναvitrina, vitrine - janela - γαλλικό κλειδί, κάβουραςchave inglesa - αστάθειαinstabilidade - ευστάθεια, σταθερότηταestabilidade, firmeza - cadastro - σχολικό οικοτροφείοinternato - Mount Vernon (en) - μηχανικός, τεχνολόγοςtecnóloga, tecnólogo - army engineer, military engineer (en) - κατασκευαστής, οικοδόμοςconstructor, constructora, construtor, empreiteira - defense contractor (en) - ηλεκτρολόγοςelectricista - γεωμέτρηςagrimensor, geómetra, lagarta-mede-palmos - μεταφορέαςtransportador - εξευρίσκων, τοποθετώνlocador, localizador - χτίστηςpedreiro - προγραμματιστήςprogramador - thatcher (en) - da Vinci, Leonardo, Leonardo da Vinci (en) - adhesive friction, grip, traction (en) - πυρίτιοsilício - ελαφρόπετραpedra-pomes, pomes - κόλλαcola - κόλλαcola - κόλλα, μέτρημα μέγεθουσ - μπετό αρμέconcreto armado, laje - hydraulic cement, Portland cement (en) - μπεντονίτησ - μπετόν, σκυρόδεμα, τσιμέντοbetão, cimento armado, concreto - ίνες υάλου, υαλοβάμβακαςfibra de vidro - ασφαλτόπισσα, βιτουμένιοbetume - πίσσαalcatrão - ανθρακοπίσσα - ασβεστίτησ - carbonato de cálcio - μουσαμάς για το πάτωμαoleado - ξυλεία, ποσότητα τεμαχισμένων ξύλωνmadeira - αμμόλιθοςgrés - πορφυρίτησ λίθοσ, πορφυρόλιθοσpórfido, pórfiro - papelão barato[Domaine]

-