Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

furador, punçãoσουβλί - abbacialηγουμενικόσ - consuladoπροξενείο - ascensor, elevadorανελκυστήρας, ασανσέρ - pedreiroχτίστης - estendal, montraπροθήκη - cozinhaκουζίνα, μαγειρείο - bombeiro, canalizador, encanadorυδραυλικός - câmara municipal, prefeituraδημαρχείο - cinema, cinema.αίθουσα, κινηματογραφική αίθουσα - barroteσιδηροδοκός - máquina operatrizεργαλειομηχανή - branquearασπρίζω, λευκαίνω - bistroμικρό εστιατόριο-ποτοπωλείο - coluna, pilarκίονας, κολόνα, στήλη - erguerανεγείρω, στήνω, υψώνω, χτίζω - εργαλείο - eliminarαποκλείω, βγάζω από τη μέση, εξαλείφω - exceptuar, omitirαποκλείω, εξαιρώ, παρακάμπτω, παραλείπω - confirmar, corroborarεπιβεβαιώνω - construçãoκατασκευή - erecçãoανέγερση - fabricaçãoκατασκευή - construção navalναυπηγική - προκαταβολική κατασκευή, προκατασκευή - edifício, prédioΚτίριο ή Χτίριο, οικοδομική - apoiar, encostar, suportar, sustentar, susterακουμπώ, στηρίζω - destruirκαταστρέφω - criar, planear, projectarσχεδιάζω - fazer, serκατασκευάζω, φτιάχνω, χτίζω - reformar, renovarανοικοδομώ, κτίζω πάλι - desmanchar, desmontarαποσυναρμολογώ, διαλύω, διαλύω σε κομμάτια, ξεμοντάρω - arruinar, demolir, destruir, dilapidar, estragarκατεπειρώ - possível, praticávelεπιτεύξιμος, εφαρμόσιμος, εφικτός, πραγματοποιήσιμος, πραγματώσιμος, υλοποιήσιμος - ελέγχω, εξακριβώνω - açougue, matadouroσφαγείο - aceleradorγκάζι, πεντάλ γκαζιού - chave de boca ajustávelρυθμιζόμενο γαλλικό κλειδί - adobe, adobe brick, air brick, air-dried brick, green brick, loam brick (en) - hangarυπόστεγο αεροσκαφών, χώρος συντήρησης αεροσκαφών - κομπρεσέρ αέρος - anechoic chamber, anechoic room, anechoic sound chamber, free field room, free-field room (en) - átrio, hall da entradaαίθουσα αναμονής, είσοδος, προθάλαμος, φουαγιέ, χώρος υποδοχής - apadana (en) - apartamentoδιαμέρισμα, δωμάτιο, χώρος - imóvel, prédioπολυκατοικία - apiárioμελισσοκομείο - absideαψίδα - backsaw, back saw (en) - indústria de panificação, padariaαρτοποιείο, αρτοπωλείο, φούρνος - salão de baileαίθουσα χορού - balaústreκάγγελο, κάγκελο, στύλοσ - coreto - balaustrada, balaústre, corrimão, lançoκάγκελο σκάλας, κουπαστή σκάλας - trancaβέργα - bar (en) - barrel vault (en) - bar, salãoαίθουσα μπαρ, καπηλειό, μπαρ, ποτοπωλείο, σαλούν, σαλόνι πλοίου, τραπεζαρία - quarto de banho - aríeteκριόσ - vigaδοκάρι, καδρόνι - balbúrdia, barulheira, casa de tolos, confusão, hospital de alienadosτρελοκομείο, φασαρία, φρενοκομείο - câmara, compartimento, dormitório, quartoδωμάτιο, θάλαμος, κάμαρα, κάμαρη, κοιτώνας, κρεβατοκάμαρα, κρεββατοκάμαρα, υπνοδωμάτιο - colmeia, colméia, cortiçoκυψέλη - santuárioεκκλησία ναυτικών, ιερό - blocoγραφείων κτλ., πολυκατοικία, συγκρότημα, συγκρότημα σπιτιών - poste, poste de amarraçãoδέστρα σκάφους, στυλίσκος ελέγχου της κυκλοφορίας στους δρόμους - μάνταλο - cabine, cubículo, quiosqueδιαχωρισμένο τμήμα, θάλαμος, καμαράκι, κιόσκι, περίπτερο - boudoirιδιαίτερο δωμάτιο κυρίασ, μπουντρούμι - ζυθοπωλείο, μπιραρία - construção, prédioκτήριο, κτίσμα, οικοδόμημα - praça de tourosαρένα, αρένα ταυρομαχίας - bungalow, moradiaμπανγκαλόου - cabinaκαμπίνα μηχανοδηγού ή οδηγού φορτηγού κτλ. - cabin (en) - café, cafeteria, cafetería, pub, restauranteκαπηεταιρια, καφέ, καφενείο-μπαρ, καφετέρια, καφετερία - snack-barεστιατόριο σελφ σέρβις - canteen (en) - capstan (en) - hospedaria para caravanas, hotel muito grandeχάνι για καραβάνια - casern (en) - κάσα - bishop's throne, cathedra (en) - tecto - alvéolo, celaκελί - κέντρο - αλυσίδα - serra de corrente - cabanaελβετικόσ οικίσκοσ, καλύβα βοσκού, ξύλινο σπιτάκι, σαλέ - chamber (en) - coro, santuárioιερό - κοτέτσι, ορνιθώνας - Eurotúnel - balcãoεξώστης - serra circularδισκοπρίονο, ηλεκτρικό κυκλικόν πριόνι - aula, classe, sala de aulaαίθουσα διδασκαλίας - clean room, white room (en) - έδρα συλλόγου, λέσχη - embraiagemσυμπλέκτης αυτοκινήτου - arredondadas, pedra, pedras arredondado, pedregulhoπέτρα επίστρωσης οδού - compartment (en) - misturadoraμπετονιέρα - confessionárioεξομολογητήριο - γωνία - canto, esquinaγωνία, γωνιά, κόγχη, κόχη - corredorδιάδρομος - casa de campo - δόμος, στρώση - pátio, praça, tribunalαυλή, προαύλιο - estábulo - βρεφοκομείο - pé-de-cabraλοστός - dacha (en) - corredor da morte - deck (en) - detox, detoxicate, render harmless (en) - enxada, sacola, semeadorφυτευτήρι - sala de jantarτραπεζαρία - discotecaδισκοθήκη, ντίσκο, ντισκοτέκ - door (en) - maçaneta, punhadoπόμολο, ρόπτρο - degrau de porta, soleiraκατώφλι - entradaάνοιγμα της πόρτας, κατώφλι - água-furtada, lanternim, trapeiraφεγγίτης - alojamento, dormitório, residênciaκοιτώνας, οικοτροφείο, φοιτητική εστία - brocaάκρο τρυπανιού - polidoraλειαίνων - domicílio, habitação, lar, moradiaκατοικία, σπιτικό - varaπήχησ, προσθήκη σχήματοσ - sala de emergênciaαίθουσα - engineering, engine room (en) - entablamento - ίδρυμα - fachadaπρόσοψη, πρόσοψη - feedlot (en) - νοσοκομείο εκστρατείας, στρατιωτικό νοσοκομείο - chaminé, fogão de sala, lareiraεστία, τζάκι - ladrilho - soalho - andar, pisoόροφος λεωφορείου - floor, trading floor (en) - flush toilet, lavatory, silting method, sluicing (en) - castelo de proaέμπροσθεν διαμέρισμα πλοίου, θάλαμοι πλωρήσ - French window (en) - fulcro, ponto de apoio, sustentáculoυπομόχλιο - furring, furring strip (en) - empenaαέτωμα - belvedere, mirante, terraço, varanda - geodesic dome (en) - greasy spoon (en) - estufaσέρα - κάτοψη κτίριου - pensãoξενώνας, πανσιόν - serraσιδεροπρίονο - salão da gloriaαίθουσα της φήμης - εργαλείο χειρός, χειρονακτικά εργαλεία - harémχαρέμι - cumeeiraάμφια, μανδύασ ιερέωσ - hedge trimmer (en) - ermidaερημητήριο - hipódromoιπποδρόμιο, ιππόδρομος - hogan (en) - γάντζος - ala, enfermariaθάλαμος - albergo da juventude, albergue da juventudeξενώνας, ξενώνας νεότητας - ξενώνας - hotelξενοδοχείο - δωμάτιο ξενοδοχείου - casaκτήριο - geladeira - campo de patinagem, rinque de patinação, rinque de patinação no gelo, rinque de patinagemπαγοδρόμιο - σιαγόνες εργαλείου, συνδετήρας - barrote, caibro, trave, viga, viga do sobradoμαδέρι οροφήσ, πατερό - motor de arranqueκλειδί, μίζα αυτοκινήτου, μοχλός - igrejaσκωτική εκκλησία - kitchinetteκουζινίτσα, κουζινούλα - dwelling on stilts, lake dwelling, pile dwelling (en) - lanai (en) - lancet window, scorer knife, scoring knife, scratcher knife (en) - τόρνος - latrinaαποχωρητήριο στρατοπέδου - cortador de relva, máquina de tosquiarμηχανή κουρέματος γκαζόν, μηχανή κουρέματος χόρτου - nível, nivelador, nível de bolhaαλφάδι - bibliotecaβιβλιοθήκη - sala de estarκαθιστικό, καθιστικό δωμάτιο, σάλα, σαλόνι - αποδυτήρια - mansardaπατάρι - cabana feita de torosξύλινη καλύβα - sala de espera, sala de estarαίθουσα αναμονής, σαλόνι - clarabóia, gelosia, trapeiraκινητέσ γρίλιεσ - μηχάνημα - maquinariaμηχανές, μηχανήματα, μηχανικός εξοπλισμός - manor, manor house (en) - mansardaδίκλινη στέγη, σοφίτα - mastro de primeiro de maio, mastro enfeitadoγαϊτανάκι - asiloψυχιατρική κλινική - fresadora, máquina de fresar - almenara, minareteμιναρές - ministérioυπουργείο - μονή, μοναστήρι - chave inglesa - monolitoμονόλιθοσ - morgue, mortuário, necrotérioνεκροθάλαμος, νεκροτομείο - mesquitaμουσουλμανικός ναός, τέμενος, τζαμί - pilareteκατακόρυφο πέτρινο χώρισμα παραθύρων - naveκεντρικό κλίτος ναού - escritório, gabinete, mesa, secretáriaγραφείο, χώρος εργασίας - óperaόπερα - sala de operaçõesαίθουσα χειρουργείου, μέγαρο λυρικής σκηνής, χειρουργείο, χειρουργικός - fosso da orquestraπλατεία θεάτρου - janela salienteεξέχων παράθυρο - anexoβοηθητικό κτίσμα - alpendre, anexo, dependência, depósito, telheiroαποχωρητήριο, βοηθητικό κτίριο, υπόστεγο - pagodeπαγόδα - paint scraper, palette knife (en) - dispensaαποθήκη τροφίμων, κελάρι - χαρτοκόπτης - casa paroquial, presbitérioκατοικία εφημέριου, πρεσβυτέριο - Παρθενώνας - espinel, espinhel, padre-nosso, pai-nossoπάτερ ημών - patio, pátio, quintal, terraçoπλακόστρωτος χώρος - ζαχαροπλαστείο - pedalπεντάλ, πετάλι - frontãoαέτωμα, αέτωμα κτίριου - apartamento QUERYρετιρέ, σοφίτα - janela panorâmica - local de cultoοίκος του Θεού, τόπος λατρείας - architectural plan, plan (en) - alicates, pinçaδαγκάνες, πένσα - varandaείσοδος - pórticoπροστέγασμα - πρεσβυτέριο - mechanical press, press (en) - BitolaΜοναστήρι - bar, tabernaμπαρ, μπιραρία, παμπ - rail, railing (en) - sala de recepção, sala de visitasαίθουσα υποδοχής - refeitórioμεγάλη τραπεζαρία - residênciaκατοικία, τόπος διαμονής - restauranteεστιατόριο - rinque, rinque de patinagemπίστα, πίστα παγοδρομίου, πίστα πατινάζ, παγοδρόμιο - coulier arm, draw lever, looper arm, loop forming lever, rocker arm, valve rocker (en) - rood screen (en) - tetoσκεπή, στέγη - espaçoδωμάτιο - diamante-rosa, ornato em forma de rosa, rosácea, roseta - sala de jogosδωμάτιο αναψυχής - saunaσάουνα, χαμάμ - saw set (en) - andaime, estradoεξέδρα, σκαλωσιά - colégio, escolaσχολείο - screen, screen door (en) - gangorraτραμπάλα - γνώμονασ - armazém, loja, negócioεπιχείρηση, κατάστημα, μαγαζί - guarita de sinais, guarita de sinalização - clarabóiaφωταγωγός - arranha-céus - sala de fumo, sala para fumantesκαπνιστήριο - ferro de soldarεργαλείο συγκόλλησης - πλήκτρο διαστήματος - speakeasy (en) - estádio, faseστάδιο - montanteστήριγμα, στύλοσ - escada - πέτρα - armazémαποθήκη - solárioδωμάτιο ηλιόλουστο - teto-solar - sinagogaσυναγωγή - tecla tabuladora - tap wrench (en) - hospedaria, tabernaταβέρνα - molhado de lágrimas, salão de cháκλαμένος, τεϊοποτείο - cabina, cabina telefónica, cabine, cabine telefónicaτηλεφωνικός θάλαμος - poste telegráficoτηλεγραφικός στύλος - tendaσκηνή ερυθρόδερμων, σκηνή ινδιάνων - third rail (en) - travessa - banheiro, casa de banho, retreteWC, αποχωρητήριο, απόπατος, αφοδευτήριο, καμπινές, μέρος, τουαλέτα - casa de banho, toalete, vaso sanitário - palitoοδοντογλυφίδα - κλειδί ροπής - câmara municipalδημαρχείο - transeptoπτέρυγα ναού - poste, suporte, tirante, travessa, travessão, vigaτραβέρσα - ορθογωνιόμετρο - régua-tê - túnelσήραγγα, στοά, τούνελ - mictório, urinolανδρικό ουρητήριο - vacation home (en) - varandaβεράντα - sacristiaιεροφυλάκιο, σκευοφυλάκιο - voting booth (en) - σφηνόλιθος - strake, wale (en) - wall (en) - lavabo, lavatório - hydrant, tap, water faucet, water tap (en) - bordel, lupanar, prostíbuloμπορδέλο, οίκος ανοχής, πορνείο, χαμαιτυπείο - tenda dos índiosδερμάτινη σκηνή ερυθρόδερμων, σκηνή ερυθροδέρμων - vitrina, vitrineβιτρίνα - janela - chave inglesaγαλλικό κλειδί, κάβουρας - instabilidadeαστάθεια - estabilidade, firmezaευστάθεια, σταθερότητα - cadastro - internatoσχολικό οικοτροφείο - Mount Vernon (en) - tecnóloga, tecnólogoμηχανικός, τεχνολόγος - army engineer, military engineer (en) - constructor, constructora, construtor, empreiteiraκατασκευαστής, οικοδόμος - defense contractor (en) - electricistaηλεκτρολόγος - agrimensor, geómetra, lagarta-mede-palmosγεωμέτρης - transportadorμεταφορέας - locador, localizadorεξευρίσκων, τοποθετών - pedreiroχτίστης - programadorπρογραμματιστής - thatcher (en) - da Vinci, Leonardo, Leonardo da Vinci (en) - adhesive friction, grip, traction (en) - silícioπυρίτιο - pedra-pomes, pomesελαφρόπετρα - colaκόλλα - colaκόλλα - κόλλα, μέτρημα μέγεθουσ - concreto armado, lajeμπετό αρμέ - hydraulic cement, Portland cement (en) - μπεντονίτησ - betão, cimento armado, concretoμπετόν, σκυρόδεμα, τσιμέντο - fibra de vidroίνες υάλου, υαλοβάμβακας - betumeασφαλτόπισσα, βιτουμένιο - alcatrãoπίσσα - ανθρακοπίσσα - ασβεστίτησ - carbonato de cálcio - oleadoμουσαμάς για το πάτωμα - madeiraξυλεία, ποσότητα τεμαχισμένων ξύλων - grésαμμόλιθος - pórfido, pórfiroπορφυρίτησ λίθοσ, πορφυρόλιθοσ - papelão barato[Domaine]

-

 


   Publicidade ▼