Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

ανάθεση εργασίας, διορισμόςappointment, assignment, designation, naming - κατά ισχυρισμόν, τάχαallegedly, supposedly - αποκρούω, απορρίπτωreject - offer - παρουσιάζωlay out, present, represent - αντικρούω, αντιμάχομαι, αντιτίθεμαι, καταπολεμώcontradict, controvert, oppose - δίνω την επίσημη έγκρισή μου, εξουσιοδοτώauthorise, authorize, clear, pass, set one's seal to - αναγνωρίζω, δέχομαι, ομολογώ, παραδέχομαιacknowledge, admit, concede, grant, own, recognise, recognize - εξομολογούμαι, εξομολογώconfess, fink, squeal - πιστοποιώattest - επιβεβαιώνωattest - πληροφορώinform - προειδοποιώwarn - γνωστοποιώ, ειδοποιώ, ενημερώνωadvise, apprise, apprize, give notice, let know, notify, send word - justify, vindicate - βάζω στο μυαλό κπ., κάνω νύξη, υπαινίσσομαι, υπονοώhint, suggest - αναφέρω, καταγγέλλω, περιγράφωaccount, describe, report - αναφέρω, αναφέρω στις αρχές, δηλώνωreport - αποφαίνομαι, γνωμοδοτώ, κρίνωfind, rule - αναπαριστάνω, απεικονίζω, ζωγραφίζω, περιγράφωdepict, describe, draw - επαναλαμβάνω, λέω, προβλέπω, υπολογίζωsay, state, tell - λέγωsay - διακηρύττω, διατρανώνωdeclare - ισχυρίζομαιaffirm, allege, assert, aver, claim, maintain, say - βεβαιώνω, διεκδικώ, επιβεβαιώνω, ισχυρίζομαιassert, asseverate, contend, maintain - επιμένω να πιστεύω, υποστηρίζωdefend, maintain - assure, tell - δοσμένος, καθορισμένοςdefinite, fixed, given - απάντηση στο κατηγορητήριο, διάψευσηdefence, defense, demurrer, denial, plea, repudiation - επίθεσηattack - αποκαλύπτω, γνωστοποιώ, δείχνω, προσφέρωdisclose, display, reveal, show - charge, complaint - εισήγηση, σύσταση, υπόδειξηgood word, recommendation, testimonial - attack, blast, fire, flack, flak - κατσάδαbawling out, castigation, chewing out, dressing down, earful, going-over, upbraiding - ανατίναξηberating, blowing up - chastening, chastisement, correction - επίπληξη, νουθεσίαadmonishment, admonition, monition - περιγραφήdescription, verbal description - δήλωση, διακήρυξη, ομολογίαdeclaration, profession, pronouncement - αναγγελίαdictum, pronouncement, say-so - affirmation, avouchment, avowal - declaration - ένορκη βεβαίωση, ένορκη γραπτή κατάθεσηaffidavit - δικαίωση, δικαιολόγησηjustification - λόγοςcause, grounds, reason - υπεράσπιση κατηγορουμένουdefence, defense, the defence, vindication - ostensive definition - meteorology, weather forecasting - παραγγελία, προαγγελία, πρόβλεψηforecast, prognosis - qualification, reservation - έκφρασηexpression, verbal expression, verbalism - interpretation - αποσαφήνιση, διαφώτισηclarification, elucidation, illumination - εξήγησηexegesis - letter - ανταπόκριση, απόκρισηreply, response - ανταπάντηση, ετοιμολογία, ετοιμότηταcomeback, counter, rejoinder, replication, retort, return, riposte - defence, defense, refutation - απολογισμός, περιγραφή, σαφής εικόναdescription, picture - χαρακτηρισμόςcharacterisation, characterization, delineation, depiction, picture, word-painting, word picture - yes - αποκήρυξη, αποποίησηdisavowal, disclaimer - ανάκληση, ανάσυρση, αναίρεση, απάρνηση, αποκήρυξη, μάζεμαabjuration, recantation, retraction - admission - αναφοράaccount, report - debriefing - ένδειξη, σημείοdenotation, indication - accusal, accusation - αντέγκληση, αντικατηγορίαrecrimination - δημόσια επίσημη συζήτησηdebate, disputation, public debate[Domaine]

-

 


   Publicidade ▼