Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

agência de informaçõesειδησεογραφικό πρακτορείο - financeiro, fiscalοικονομικός - industrialmente - golden parachute (en) - ανταπεργία - financeiramenteοικονομικά - abate, matançaσφαγή - turismotourismos, τουρισμός - packaging (en) - fishing (en) - fábrica, usinaεργοστάσιο - κοινοπραξία, συλλογική επιχείρηση - produçãoπαραγωγή - superproduçãoυπερπαραγωγή - produção deficiente, subproduçãoυποπαραγωγή - produçãoαπόδοση, παραγωγή - fabrico de cervejaζυθοποιία - escavação, mineraçãoεξόρυξη - placer mining (en) - indústriaβιομηχανία - industrializaçãoβιομηχανοποίηση, εκβιομηχάνιση - planeamentoπρογραμματισμός, σχεδίαση - urbanismoπολεοδομία, ρυμοτομία - χωρισμόσ εισ ζώνασ - assuntoεμπορική επιχείρηση - επιδότηση, χρηματοδότηση - χρηματοδότηση - investimentoεπένδυση - advertising, publicizing (en) - emissão, publicação, transmissãoέκδοση, δημοσίευση, εκδόσεις - contribution (en) - adaptação em folhetimσε συνέχειες παρουσίαση - publicaçãoέκδοση - agribusiness, agriculture, factory farm (en) - μέσο μεταφοράς, φορτωτική - integraçãoενοποίηση, ενσωμάτωση, συγχώνευση, συνένωση - amalgamação, cruzamento de raças, fusãoένωση, αμαλγάμωση, συγχώνευση - καθετή σύμπτυξη - ιδρύω εταιρεία - forno de fundiçãoυψικάμινος - náuticoναυτικός - fábrica de enlatadosκονσερβοποιείο - fundiçãoχυτήριο - maquiladora (en) - χαρτοβιομηχανία - siderúrgicaχαλυβοβιομηχανία, χαλυβουργία, χαλυβουργείο - rentabilidadeωφελιμότητα - publicidadeδημοσιότητα, διαφήμιση, διαφημιστικό υλικό - relaçOes públicas, relações públicasδημόσιες σχέσεις - αγγελία - promo, promoção comercialπροώθηση πωλήσεων - infomercial, informercial (en) - comunicado, folheto, folheto publicitário, nota impressa, panfleto, prospectoδιαφημιστικό έντυπο, διαφημιστικό φυλλάδιο, φυλλάδιο - top billing (en) - páginas amarelasχρυσόσ οδηγόσ - empreendimento, empresaεπιχείρηση - agênciaπρακτορείο - companhiaεταιρία, εταιρεία - firmaεπιχείρηση, εταιρεία, οίκος - firmaεπιχείρηση - holdingελέγχουσα εταιρεία - sociedadeλέσχη, σύλλογος - ερευνητικό προσωπικό - υπεύθυνοι πωλήσεων - ad agency, advertising agency (en) - agência de viagensπρακτορείο ταξιδίων, ταξιδιωτικό γραφείο - empresa familiar - pessoalπροσωπικό - think factory, think tank (en) - subsídioεπιδότηση, επιχορήγηση - price support (en) - desempregoανεργία, αριθμός των ανέργων, το ποσοστό των ανέργων - coligaçãoσυνένωση, συνασπισμός[Domaine]

-

 


   Publicidade ▼