Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

electronically (en) - γραμμή μεταφοράς, καλώδιο, τηλέγραφοςcabo, fio, fio eléctrico - με ηλεκτρισμόelectricamente - supercondutividade - ηλεκτρονικός εξοπλισμός - δέκτης, η μικρή οθόνη, συσκευή τηλεόρασηςpequeno écran, tevê, TV - electrostático - ενισχυτήςamplificador, dínamo de reforço - οπλισμόςarmadura, blindagem, couraça, rotor - audio amplifier (en) - photovoltaic (en) - φωτοηλεκτρικόσfotoelétrico - πυκνότηταcondensador - cassette deck (en) - κινητό, κινητό τηλέφωνοcelular, telefone celular, telefone móvel - ηλεκτρικό κύκλωμα, κύκλωμαcircuito - coax, coax cable, coaxial cable (en) - αγωγόςcondutor - ανιχνευτής - electric socket (en) - ηλεκτροσκόπιοeletroscópio - γωνιόμετρο, μοιρογνωμόνιοgoniômetro - earth connection, earthing, earthwire, earth wire, ground, ground connection, grounding, groundwire (en) - λαβή, χερούλιasa, cabo - inverter (en) - díodo emissor de luz, LED - data link, link (en) - maser - οπτική ίναfibra ótica - εργοστάσιο παραγωγής ισχύος, ηλεκτρικός σταθμός, σταθμός ηλεκτροπαραγωγήςcentral eléctrica - ασύρματος, ράδιο, ραδιόφωνοrádio - δέκτης - γραμμόφωνο, περιστρεφόμενη βάση του πικάπ, πικάπ, φωνογράφοςgira-discos, prato do gira-discos, toca-discos - resistance, resistor (en) - βραχυκυκλώνω, βραχυκύκλωμαcurto-circuito - slip ring (en) - τηλέφωνο, τηλεφωνικόςtelefone - τερματικό - termistor, termístor - τρανζίστορ, τρανζιστοράκιrádio transistorizado, transistor, transístor - ηλεκτρονική λυχνίαtubo termiônico, válvula termiônica - comparison bridge, resistance bridge, wheatstone bridge, Wheatstone bridge, Wheatstone measuring bridge, Wheatstone network (en) - Ohm's law (en) - ηλεκτρονικήelectrónica - μικροηλεκτρονική - racon, radar beacon, responder beacon, transponder beacon (en) - δυναμικό ενέργειας - photoconduction, photoconductivity (en) - εναλλασσόμενο ρεύμαcorrente alternada - charge, electric charge (en) - corona, corona discharge, corposant, electric glow, Saint Elmo's fire, Saint Elmo's light, Saint Ulmo's fire, Saint Ulmo's light, St. Elmo's fire (en) - ρεύμαcorrente, corrente elétrica - συνεχές ρεύμαcorrente direta - campo elétrico - ηλεκτρισμόςeletricidade - ηλεκτρισμόςelectricidade - ηλεκτρομαγνητικό φάσμαespectro eletromagnético - υδροηλεκτρική ενέργειαhidro-electricidade - electric dipole moment (en) - piezoeletricidade - τάσηtensão, voltagem - αγωγιμότησ, αγωγιμότηταcondutância - αντίστασηimpedância - επαγωγική ηλεκτρική αντίστασηreatância - επιδερμικό φαινόμενο, επιφανειακό φαινόμενο - arc, discharge, electric arc, electric discharge, spark (en) - μετάδοση θερμότητας μέσω αγωγούcondução, condutividade - θερμοηλεκτρισμόσtermoeletricidade - voltagem[Domaine]

-

 


   Publicidade ▼