Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

αποστολή, αποστολή εμπορευμάτων, φορτίο, φορτίο που μεταφέρεται με καράβιcarga, carregamento, remessa - illegal insider trading, insider dealing, insider trading, self-dealing (en) - δημοπρασία, πλειστηριασμόςleilão, venda em leilão - κεφαλαιοποίηση - έχω προς πώληση, ανταλλάσσω έναντι χρημάτων, πουλώvender - reader, subscriber (en) - διανομήentrega - consignment (en) - επισπεύδω, στέλνωenviar - μπακάλικο, παντοπωλείοarmazém, mercearia - αποθήκευσηarmazenagem, armazenamento - μάρκαmarca - drogaria - μαξιλαροθήκηfronha - εμπορεύομαιcomerciar, negociar - εμπορικόςcomercial - όχι για κέρδοσ - exportável - προωθώfazer a promoção de - απογραφήbalanço, inventário - εμπορευματοποίηση, εμπόριοcomercialismo - αγοραπωλησία, ασχολία, δουλειές, εμπόριο, εργασίαnegócio - ελεύθερο εμπόριοmercado livre - initial offering, initial public offering, IPO (en) - εμπορική δραστηριότητα - operation (en) - δουλειά - πατρονάρισμα, συναλλαγή - transação comercial, transação de negócios - εισαγωγήimportação - exportação - λαθρεμπόριοcontrabando - distribuição - εμπορική συναλλαγήmerchandising - tráfico de drogas - σιμωνίαsimonia - sale (en) - ξεφόρτωμα μετοχών - retailing (en) - telemarketing, venda por telefone - πώλησηfutilidades, ninharias - πώληση - φιλανθρωπική αγορά με μεταχειρισμένα αντικείμενα, φιλανθρωπικό παζάριquermesse - μεταφέρωmandar - διαβιβάζω, μεταβιβάζω, στέλνωenviar, expedir, fazer seguir, reencaminhar, reendereçar, reexpedir, remeter - αγοράζωcomprar - παίρνωadquirir, tomar - γίνομαι μέλος, γίνομαι συνδρομητής, γράφομαι συνδρομητής, είμαιassinar - γυρίζω και πουλώ, πουλώ μικροαντικείμενα από γειτονιά σε γειτονιάvender, vender pelas ruas - σκεύος, συσκευή - είμαι πωλητής, πουλώ - βιβλιοπωλείοlivraria - μπουτίκbutique - καντίνα, κυλικείο - αλυσίδα καταστημάτωνcadeia de lojas - charcuterie (en) - αγαθά, αγαθό, προϊόνartigos, bens - καταναλωτικά αγαθάbens de consumo - loja de conveniência - παντοπωλείοarmazém - αγορά, κέντρο εμπορικών συναλλαγών, μεγάλο κατάστημα γενικού εμπορίου, πολυκατάστημαarmazém, centro de comércio, grande armazém - discounter, discount house, discount store, wholesale house (en) - πετσετάκι - στεγνωτήρας, στεγνωτήρας ρούχωνsecador, secador de roupa - μη αναλώσιμα αγαθά, μη καταναλώσιμαbens de consumo duráveis - εξαγωγή, εξαγόμενο είδος, προϊόν εξαγωγήςexportação, exportação/artigo de...? - σιταποθήκηsilo, sótão - εμπόριο σιδηρικών, σιδηρικάloja de ferragens - υπεραγοράhipermercado - εισαγωγή, εισαγωγή προιόντωνimportação - σειρά προϊόντων, τομέας δραστηριότηταςclasse de mercadorias, linha - αγαθό, αγορά, είδος, εμπορεύματα πληθ., εμπόρευμα, πραμάτεια, προϊόν, ψώνιοartigo, mercadoria, mercadorias - πετσέτα, πετσέτα φαγητού, χαρτοπετσέταguardanapo - πιτσαρίαpizzaria - εμπορικό κέντρο, εμπορικός δρόμος, εμπορικός πεζόδρομοςcentro comercial - ινστιτούτο αισθητικής, ινστιτούτο καλλονής, κομμωτήριοsalão de beleza - σεντόνιlençol - κερματοδέκτης - απόθεμα, παρακαταθήκηEstoque, fornecimento - αποθήκηarmazém - σούπερ μάρκετ, σούπερ-μάρκετsupermercado - αυτόματοσ πωλητήσmáquina automática de venda, obturador automático - γραμμωτός κώδικαςcódigo de barras - εισιτήριοbilhete - φορτωτικήconhecimento - sale, sales agreement (en) - order, purchase order (en) - ταχυδρομική παραγγελίαpedido por correio - τιμάριθμοσ - consumer price index, cost-of-living index, CPI (en) - política comercial - εμπορικό σήμα, σήμα κατατεθένmarca registada, marca registrada - λογότυποlogotipo - categoria - δέμα, δέσμη, μάτσο, μπόγος, πακέτοmaço, pacote, trouxa - αλυσίδα - κοινοπραξία επιχειρηματιών ή τραπεζών, συνεργασίαconsórcio - ομάδα συνεργαζόμενων εταιρειών, τραστcartel, consórcio - customs union (en) - Benelux, Μπενελούξ, τα κράτη της ΜπενελούξBenelux - εμπορικό επιμελητήριοcâmara de comércio, câmara do comércio - αγορά - υπαίθρια αγορά μεταχειρισμένων ή παλαιών ειδώνmercado das pulgas - καταναλωτήςconsumidor - λογιστήςcontabilista, contador, de contabilidade, guarda-livros - διαφημιστήςagente publicitária, anunciante, publicitária - εμπορικός αντιπρόσωπος, μεσίτης, χρηματιστήςcorretor - μεγιστάναςbarão, magnata - μπάρμανbarman, empregado de bar, garçom - βιβλιοπώληςlivreiro - ajudante de garçom - επιχειρηματίαςcomerciante, empresário, homem de negócios - επιχειρηματίηempresária, mulher de negócios - αγοραστήςcomprador - εστιάτορασ, προμηθευτήσ, προμηθευτήσ τροφίμων, τροφοδότηςfornecedor - chapman (en) - chartered accountant (en) - faxineiro, lavador, limpador - ανάδοχοσconcessionário - σύνδεσμος - παραλήπτηςconsignatário - cliente - distribuidor - επιχειρηματίαςempreiteiro, empresário - εξαγωγέαςexportador - ιχθυοπώλης, ψαράςpeixeiro - πανδοχέαςestalajadeiro, hospedeiro - εισαγωγέαςimportador - χονδρέμποροςatacadista - εκμισθωτήςarrendador, locador, senhorio - υφασματέμποροσ μεταξιού - έμποροςatacadista, mercador, vendedor de atacado - αρμέχτρα, γαλακτοπώλης, γαλατάςleiteira, leiteiro, ordenhadora - operator (en) - ιδιοκτήτηςproprietário - jornaleiro, vendedor de jornais - ιδιοκτήτης μπιραρίαςdono de bar - διαφημιστήςagente publicitário, publicitário - κτηματομεσίτης, μεσίτηςagente imobiliário - ρεσεψιονίστ, υπάλληλος υποδοχήςrecepcionista - εστιάτοραςdono de restaurante - salesgirl, saleslady, saleswoman (en) - salesman (en) - representante - γραμματέας - λαθρέμποροςmáquina de vender - καταστηματάρχης, λιανέμπορος, μαγαζάτοραςcomerciante, lojista - προμηθευτής - έμποροςcomerciante, negociante - Andrew Carnegie, Carnegie (en) - τιμή, χρέωσηpreço, tarifa - fare, transportation (en) - αμοιβή, δίδακτρα κτλ., εγγραφή, εγγραφή, δίδακτρα κτλ.pagamento, taxa - προμήθειαpercentagem - κυριαρχικό δικαίωμαsenhoriagem - επίπεδο, τιμήtarifa - έξοδα μεταφοράς, ναύλος, φορτίοcarga, frete - τιμή συναλλάγματοςcâmbio, curso do câmbio, taxa de câmbio - earnings report, income statement, operating statement, profit-and-loss statement (en) - déficit comercial - βιβλίο στοιχημάτων, κατάστιχο, λογιστικό βιβλίοlivro de contabilidade, registo - αξία, οικονομική αξία - μαγιά, προζύμιlevedura - prazo para venda[Domaine]

-

 


   Publicidade ▼