Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

αφηρημέναroztržitě - ακρωτηριάζω, σακατεύωzmrzačit, zohavit - militarily (en) - έπαλξη, έπλαξη, οχύρωμα, προμαχώνας, προπύργιοhradba, hradby, ochranný val, val, zeď - έδαφοσ, σχηματισμόσ του έδαφουσterén - παλαιό τουφέκιarkebuza - όλμοςminomet - ιππέασ, ιππεύσ, ουσάρος, ουσσάροσhusar - αποκεφαλίζω, καρατομώsetnout, srazit, stít - ξίφοςrapír - branný, ozbrojený - με προσοχή, προσηλωμέναpozorně - άθελά μου, ακούσια, από άγνοια, εν αγνοίαbezděčně, nechtěně, nevědomky - kapitán - λόχοςrota, setnina - αφηρημένα, ονειρικάsnivě, zasněně - εκτελώ, θανατώνω, σκοτώνωpopravit, usmrtit - electronic warfare, EW (en) - εξολοθρεύω, καθαρίζωdecimovat, vyhladit, vyhubit, zdecimovat, zničit - κατασκοπείαrozvědka, špionáž - arms control (en) - Desert Fox, Erwin Rommel, Rommel (en) - στρατιωτική εκπαίδευσηvojenský výcvik - δράσηvojenská akce - αποκλεισμόςblokáda, obchvat - άμυναobrana, obranný manévr - επιχείρηση, λειτουργίαoperace - resistance (en) - ασκήσεις, γυμνάσια, στρατιωτικά μανούβρα, στρατιωτική επιχείρησηcvičení, cvik, manévr - passive air defense (en) - εκστρατείαtažení - σταυροφορίαkřížová výprava, tažení - First Crusade (en) - Second Crusade (en) - Third Crusade (en) - Fourth Crusade (en) - Fifth Crusade (en) - Sixth Crusade (en) - Seventh Crusade (en) - vojenská mise - εισβολήnálet, přepadení, prudký útok - αεροπορική επιδρομήnálet - banzai attack, banzai charge (en) - SIGINT, signals intelligence (en) - recce, recco, reccy (en) - průzkumná hlídka - βολή, πυρ, πυρά, πυροβολισμόςoheň, palba - κατασταλτικά πυρά - ECM, electronic countermeasures (en) - electronic warfare-support measures, ESM (en) - εσωτερικό οχύρωμα, οχυρό, πρόχειρο φρούριοtvrz - πολιορκίαobležení - ανταγωνίζομαι, δρω στην αντίπαλη πλευράvznášet námitky - mobilizovat - επιτίθεμαι, κάνω επίθεση με σκοπό να σκοράρωnapadnout, útočit, zaútočit - κινητοποίηση, στρατιωτικοποίησηmobilizace - zbroj - επανεξοπλισμόςpřezbrojení, znovuvyzbrojení - αφοπλισμόςodzbrojení, odzbrojování - στράτευση, στρατολογία, στρατολόγησηbranná povinnost, odvod, povinnost - συγκέντρωσηsoustředění - σφήνωμαrušení, tlačenice - Dien Bien Phu (en) - σφάζω, σφάζω για το κρέαςporážet, porazit - φονεύωdostat, usmrtit, zabít - ničit - βάζω φιλμ, γεμίζω, εξοπλίζω, φορτίζωnabít, pověřit - civilní - προσαρτώanektovat, připojit, zabrat - συγκρούομαιutkat se, válčit, vést - αποτελειώνω, δολοφονώ, εκτελώ, ξεπαστρεύω, σκοτώνω, φονεύωsejmout, sundat, zavraždit - εκτελώpopravit - λιντσάρωlynčovat - upálit - ΑκρόποληAkropol - ναυτικός, που ανήκει στο ναυτικόnámořní, námořnický - arrow (en) - αιχμή βέλουςhrot šípu - útočná puška - asagaj - ατομική βόμβαatomová bomba, atomová puma, štěpná bomba, štěpná puma - automatic firearm, automatic gun, automatic weapon (en) - balistické kyvadlo - φρούριο πόληςbašta, citadela, pevnost - μπαζούκαbazuka, pancéřová pěst - diabolka - ξύλινο φρούριοželezobetonový kryt - μουσκέτοbambitka - σιδερένια γροθιάboxer - široký meč - βλήμα, σφαίραnáboj - burp gun, machine pistol (en) - αγοραίο όχημα, ταξίdrožka, taxi - βλήμα, μπάλα κανονιούdělová koule - καραμπίναkarabina - kartuš - katapult - Chinese Wall, Great Wall, Great Wall of China (en) - Colt (en) - βαλλίστρα, καταπέλτηςkuš, kuše, samostříl - σπάθαpalaš, šavle - Excalibur (en) - cimitarra (pt) - field artillery, field gun (en) - ελαφρύ όπλο, πυροβόλο όπλοosobní zbraň, ruční zbraň, střelná zbraň - fire ship (en) - plamenomet - οχυρό, οχυρώσεις, προπύργιο, τείχη, φρούριοhradiště, opevnění, pevnost - Gatling, Gatlingův kulomet, rotační kulomet - κιλλίβαντας, πυργίσκοςstřelecká věž, věž - δόρυ με πελέκιhalapartna - λαβή ξίφουςdržadlo, držátko, jilec, jílec, rukojeť - βόμβα υδρογόνουtermonukleární puma, vodíková bomba, vodíková puma - μαχαίριnůž - κρέμλινοkreml - dlouhý luk - μεγάλη μαχαίραmačeta - Maginot Line (en) - martello tower (en) - mosquete (pt) - equipamento (pt) - mušketa - neutrononá bomba - πυρηνικά όπλαjaderná zbraň - oubliette (en) - μπιστόλι, πιστόλιpistole - βλήμα, πύραυλοςprojektil, střela - δίκρανο, δόντι πιρουνιού, περόνη, σουβλίbodec, špice, vidle - upilovaná brokovnice - σχολικό λεωφορείοškolní autobus - γιαταγάνι, χαντζάριzahnutá šavle - δίκαννο, κυνηγετικό όπλοbrokovnice - shotgun shell (en) - θραύσμα βλήματοςšrapnel, střepina bomby - Siegfried line (en) - Spandau (en) - εγχειρίδιοstilet - οχυρό - samopal - ξίφος, σπαθίmeč - άρμα μάχης, τανκtank - testudo (en) - οπλοπολυβόλο - Tower of London (en) - caterpillar track, caterpillar tread, track (en) - τρίαιναtrojzubec - τρόλεϊtrolejbus - εκρηκτική κεφαλή πυραύλου, κώνοςbojová hlavice, hlavice, výbušná hlavice - arma (pt) - οπλισμόςzbraně - στρατιωτική επιστήμη - μετάλλιοřád, vyznamenání - Congressional Medal of Honor, Medal of Honor (en) - Navy Cross (en) - Silver Star, Silver Star Medal (en) - Bronze Star, Bronze Star Medal (en) - Order of the Purple Heart, Purple Heart (en) - Victoria Cross (en) - Distinguished Conduct Medal (en) - Distinguished Service Order (en) - Croix de Guerre (en) - έκρηξη, ανατίναξη, σκάσιμο, σπάσιμοexploze, prasklina, výbuch - ztráta - obranná síla - Navy, United States Navy, USN, US Navy (en) - Marine Corps, United States Marine Corps, United States Marines, US Marine Corps, USMC (en) - RAF, Real Força Aérea Britânica (pt) - αεροπορίαletectvo, vojenské letectvo - ένοπλες δυνάμεις, πεζικόsložka armády, služba, zbraň - ένοπλες δυνάμειςarmáda, ozbrojená moc, ozbrojené síly - paramilitary, paramilitary force, paramilitary organisation, paramilitary organization, paramilitary unit (en) - χωροφυλακήčetnictvo - Mounties, RCMP, Royal Canadian Mounted Police (en) - New Scotland Yard, Scotland Yard (en) - στρατονομίαvojenská policie - shore patrol (en) - μυστική αστυνομία, μυστική υπηρεσίαtajná policie - Gestapo (en) - στρατιωτική μονάδαdivize - Special Forces, U. S. Army Special Forces, United States Army Special Forces (en) - ναυτική μοίραdivize - επιθετικά στρατεύματα - δούρειοσ ίπποσ - baterie - πεζικόpěchota - milice, záloha - εθνοφρουρά - μισθοφορικός στρατόςstálé vojsko - Union Army (en) - Armáda Spojených států - στρατεύματαsoldateska, vojáci, vojsko - head (en) - πεδίο μάχηςbitevní pole, bojiště, pole, válečné pole - terén - πρώτη γραμμήfronta, frontová linie, přední linie - ground (en) - γραμμήlinie - linha de batalha (pt) - στρατιωτική θέσηpozice, vojenská pozice - pásmo, sektor, zóna - υπασπιστήςpobočník - adjutant general (en) - arrowsmith (en) - πυροβολητήσdělostřelec - ορντινάντσα αξιωματικούdůstojnický sluha - καβγατζήσ, καυγατζήσvýtržník - ταξίαρχοςbrigádní generál - kanónenfutr - kapitán - συνταγματάρχηςplukovník - αγωνιστής, μαχητής, πολεμιστής, πυγμάχοςbojovník, frontový voják, rváč, zápasník - αρχιπλοίαρχοςkomodor - kyrysník - αρχιστράτηγοσpolní maršál - vyšší důstojník - στρατιώτησ με τουφέκι, τυφεκιοφόροσ - general officer (en) - πεζοπόροςpěšák - Janissary (en) - λογχοφόροσkopiník - αντισμήναρχοσ, αντισυνταγματάρχησpodplukovník - korvetní kapitán - αντιπτεράρχοσ, αντιστρατηγόσgenerálporučík - man-at-arms (en) - πεζοναύτηςvoják námořní pěchoty - αξιωματικόςdůstojník - μουσκετοφόροςmušketýr - αλεξιπτωτιστήςvýsadkář - P.O., petty officer, PO, U.S.P.O. (en) - quartermaster general (en) - contra-almirante (pt) - ανθυπολοχαγόςpodporučík - άνδρας, στρατιωτίνα, στρατιώτηςmuž, voják - ενεδρεύων πυροβολητήσ, κεκρυμμένοσ πυροβολητήσ, σκοπευτήσ ελεύθεροσodstřelovač, snajpr - αντιναύαρχος - πολέμαρχοςvojenský diktátor - praporčík - πολεμιστήςbojovník, bojovný, -ice, válečník - Daniel Morgan, Morgan (en) - αιχμή, αποκορύφωμα, απόγειοšpice, vrchol - tilt angle, tilting angle (en) - military rank, military rating, paygrade, rating (en) - θητείαvojenská služba[Domaine]

-

 


   Publicidade ▼