Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

breach of trust (en) - δήμευση, κατάσχεσηapreensão, confiscação - κατακύρωση - αποδοτέοσ, εκχώρητοσ - υπαινιγμόσ εναντίον κάποιου, υπονοούμενοinsinuação - νομιμοποιώlegalizar, legitimar - άδεια, αποκλειστικό δικαίωμα διάθεσης προϊόντος ή υπηρεσίαςlicença, permissão - código penal - ψεύτηςmentirosa, mentiroso - máfia - παράνομα, παρανομώσilegalmente, ilicitamente - ανάρτηση, αναστολή, αποβολή, διαθεσιμότηταsuspensão - παρανομώσ - ποινή, πρόστιμο, τίμημαfiança, multa, penalidade - αεροπειρατής, ληστήςsalteador, sequestrador - υποκρίτρια, υποκριτήςhipócrita - άγραφο δίκαιο, άγραφοι νόμοιlei costumeira, regra costumeira - αντίτιμο, ποινή, τιμωρίαcastigo, pena, penalidade, punição - εισάγω - damage, legal injury, wrong (en) - πορνογραφίαfilme pornô, literatura erótica, pornografia - έγκλημα, εγκληματική ενέργειαcrime, sujeira - έγκλημα, αδίκημα, αξιόποινη πράξη, κακούργημα, σοβαρό αδίκημαcrime, delito - καταστρατήγηση, παράβαση, παραβίαση, παρανομίαinfracção, violação - ψευδομαρτυρίαperjúrio, perjuro - διάπραξηperpetração - απόπειρα εναντίον κπ., επίθεσηatentado - σεξουαλική κακοποίηση - λάφυρο, λεία, σύλληψηcaptura - απαγωγή - δωροδοκία, εξαγορά, λάδωμαcorrupção, suborno - κατάχρηση, υπεξαίρεσηpeculato - απάτη, απατηλό παιγνίδιvigarice - κλεψιά, κλοπή - μικροκλοπήfurto, roubo - προδοσίαalta traição, traição - έγκλημα πολέμουcrime de guerra - dacoity, dakoity (en) - exploração - διάρρηξηassalto, roubo - εξομολογούμαι, εξομολογώconfessar - κρίση, υπολογισμόςdecisão, discernimento - julgamento - αθωώνω, απαλλάσσωabsolver, desculpar, ilibar - ακυρώνω, αναβάλλω - διαδικασία - file, register (en) - δηλώνωdeclarar - recusal, recusation (en) - θεσμοθεσία, νομοθέτηση, νομοθεσίαlegislação - αναπαράσταση, θέσπιση, ψήφιση νόμουdecretação - περιορισμός κατ' οίκον, σύλληψη σπιτιώνapreensão da casa, residência fixa - σωματική τιμωρίαcastigo físico - μαστίγωμαtareia - εκτέλεση, θανάτωση, θανατική ποινήexecução, pena de morte, punição importanta - auto-da-fe (en) - ηλεκτροπληξία - διεξαγωγή δίκης, πορεία αγωγής - αγωγή, δικαστική αγωγή, μήνυσηprocesso - αγωγή, δικαστική υπόθεσηcaso, processo - lis pendens (en) - διαδικασία - έκκληση, έφεσηapelo - απόφαση, απόφαση δικαστηρίου, βούλευμα, ετυμηγορία, καταδίκη, κρίσηdecisão, juízo, julgamento, sentença, veredicto - ερημοδικίαjulgamento à revelia - judgement on the pleadings, judgment on the pleadings, summary judgement, summary judgment (en) - finding (en) - finding of fact, verdict (en) - αθώωσηabsolvição - judicial review (en) - απάντηση στο κατηγορητήριο, διάψευσηdeclaração, negativa - ευπείθεια, συμμορφία, συμμόρφωσηconformidade - έννομος, σύννομοςlegal - άνομος, έκνομος - θεμιτός, νόμιμοςjurídico, legal - αθέμιτος, παράνομοςilegal - εξωδικόσextrajudicial - μοργανατικόσmorganático - συντάσσω - engage (en) - απελευθερώνω, λυτρώνωliberar - φυλακίζωencarcerar - υπερασπίζωdefender - εγκαλώ, ενάγω, κάνω αγωγή, μήνυση, μηνύωintentar uma acção, processar - διαπράττω, κάνωcometer - make (en) - ηλεκτρική καρέκλαcadeira eléctrica - αγχόνη, ικρίωμα, κρεμάλαpatíbulo - θάλαμος αερίωνcâmara de gás - gulag (en) - iron maiden (en) - σωφρονιστικό ίδρυμα - κούτσουρο βασανισμού, ποδοκάκηcepo - cavalete - νομιμότηταlegalidade, legitimidade - δύναμη - effect, force (en) - νομιμοφροσύνηlegitimidade - δικαίωμα - άδεια εισόδου, δικαίωμα εισόδου, είσοδοςacesso, direito de ingresso - προνόμιοdireita exclusiva, prerrogativa - δικαίωμαdireito - direito à vida - freedom of conscience, freedom of thought (en) - igualdade perante à lei - αστικές ελευθερίες, πολιτικά δικαιώματαdireitos civis - ανεξιθρησκείαliberdade de culto - liberdade de opinião - liberdade de imprensa - freedom of assembly (en) - δικαίωμα ψήφου, ψήφοςdireito ao sufrágio, direito de voto, sufrágio, voto - equal opportunity (en) - δικαιοδοσίαjurisdição - νόμιμο σύστημαsistema jurídico - φορολογικό σύστημαsistema fiscal - sistema eleitoral - scrutin uninomial system, scrutin uninominal voting system, single-member system, uninominal system, uninominal voting system (en) - list system, scrutin de liste, scrutin de liste system (en) - jus sanguinis (en) - jus soli (en) - νομική επιστήμη, νομολογίαjurisprudência - article, clause (en) - υπογραφήassinatura - επίσημο έγγραφο, πράξηacto, ato, certificado - negotiable instrument, negotiable security, transferable instrument, transferable security (en) - registo criminal - διαβατήριοpassaporte - procuração - working papers, work papers, work permit (en) - νόμοςlei - όριο παραγραφής - Σύνταγμαconstituição - σύνταγμα της Ελλάδας - δημόσιο δίκαιοdireito público - civil law, jus civile, Justinian code, Roman law (en) - Salic law (en) - blue law (en) - νόμος κοινωνικής αρωγής - ποινικό δίκαιοdireito criminal, direito penal - διάταγμαdecreto, proclamação - διάταγμα του τσάρου, ουκάζιοucasse - judicial separation, legal separation (en) - απαγορευτικός νόμος ή κανόνας, απαγόρευσηproibição - κωδίκελλοσ διαθήκη, προσθήκη στη διαθήκηνalteração, cláusula adicional - living will (en) - cachet, lettre de cachet (en) - income tax form, income tax return, return, tax assessment, tax form, tax return (en) - licença de construção - άδεια οδήγησησ, δίπλωμα οδήγησηςcarteira de motorista - letter of mark and reprisal, letter of marque, letters of marque (en) - letters patent, patent (en) - judgement, judgment, legal opinion, opinion (en) - dissenting opinion (en) - ένταλμα, δικαστικό έγγραφοcitação, decreto, escritura, mandado judicial, ordem - mandato - process, summons (en) - charge, complaint (en) - plea bargain, plea bargaining (en) - νόμοςestatuto - legal code (en) - βίζα, επικύρωση, θεώρηση, θεώρηση διαβατηρίου, θεώρησισ διαβατήριουvisa, visto - αποδείξεις, μαρτυρίαevidência - corpus delicti (en) - declaration (en) - ένορκη βεβαίωση, ένορκη γραπτή κατάθεσηdepoimento juramentado - εκκλησιαστικό σύμφωνο, σύμβαση, σύμφωνοacordo, concordata - ανάκρισηinquirição, inquisição, investigação - notice (en) - acusação - αντέγκληση, αντικατηγορίαrecriminação - καταγγελία, παραπομπή σε δίκηcontestação, impugnação - υπεράσπισηdefesa - bar, legal community, legal profession (en) - οργανωμένο έγκλημαcrime organizado - Black Hand (en) - Camorra (en) - Συνδικάτο - Tribunal de Justiça Internacional - Bench (en) - δικαστήριοtribunal - εκκλησιαστικό δικαστήριο, εκκλησιαστικό συμβούλιοassembléia, consistório - ποινικό δικαστήριο - δικαστήριο ανήλικωνtribunal de menores - στρατιωτικό δικαστήριο - Star Chamber (en) - corte superior - άρειοσ πάγοσ - δίκαιο, νομοθεσία, νόμοι, νόμος - διοικητικό δίκαιοdireito administrativo - εκκλησιαστικό δίκαιο, κανονικό δίκαιο - διεθνές δίκαιο - código marítimo, direito marítimo - στρατιωτικός νόμοςlei marcial - direito comercial - lei ordinária - apache, bandido, malfeitor - εγκληματίας, κακοποιός, παράνομος, παραβάτηςagressor, transgressor - ηθικόσ αυτουργόσ, συνεργόσ, υποκινητήσcúmplice - συναυτουργός, συνεργόςcúmplice - κατηγορούμενος, κατηγορούμενος στο δικαστήριοacusada, ré, réu - επιτιθέμενοςagressor, assaltante - ληστήςbandido - δικηγόροςadvogado - λαθρέμποροσ οινοπνευματώδων - κακοποιός, μάγκας, παλιάνθρωπος, ταραχοποιό στοιχείο, τραμπούκος, χούλιγκανarruaceiro, bruto, rufião - διαρρήκτης, κλέφτηςgatuno, ladrão - μπράβος, πρωτοπαλίκαρο, συνεργόςcúmplice - απατεώναςvigarista - ιατροδικαστήςmaigstrado, médico do corpo policial, médico legista - Barbary pirate, corsair (en) - εγκληματίας, ο εκτός νόμου, ο παράνομοςcriminal, criminosa, criminoso, foragido - displaced person, DP, stateless person (en) - εισαγγελέασ - ελεγκτής, επιθεωρητήςinspector - δήμιος, εκτελεστήςcarrasco - εκτελεστής διαθήκηςexecutor - deportado - τελειωτήσexterminador - κακοποιός, συμμορίτηςcriminoso, gangster - οπλοφόροςpistoleiro, sicário - δήμιοςcarrasco - όμηροςrefém - ηθοποιόσ, υποδυομένοσ πρόσωπο τιimitador - απατεώνας, τσαρλατάνοςimpostor - δολοφόνος, μαχαιροβγάλτηςmatador - δικηγόρος, συνήγοροςadvogado, procurador - θεσμοθέτης, νομοθέτηςlegislador - αγύρτησ, τσαρλατάνοσcharlatão, impostor - δολοφόνοςassassina, assassino, homicida - σκοταδιστήσobscurantista - διοικητικός επίτροποςprovedor da justiça - διάδικος, κόμμα, συμβαλλόμενοςpartido - παιδεραστήσ - ένοχοςautor, culpado, culpável, eculpável - ενάγωνqueixoso, querelante - πειρατήσ, πλιατσικολόγοςlarápio, pirata, rapinante, saqueador - δηλητηριαστήςenvenenador - πολιτικός κρατούμενοςpreso político - αιχμάλωτος, κρατούμενος, φυλακισμένοςpreso, prisioneiro - αιχμάλωτος πολέμουprisioneiro de guerra, prisoneiro de guerra - detetive particular - εισαγγελεύσ, κατήγορος, μηνυτήσautor de ação, continuador, demandante, promotor, promotora, promotor de justiça, prosseguidor, querelante - Queen's Counsel (en) - βιαστήςviolador - πρόσφυγαςrefugiado - αντεροβγάλτησ, μαχαιροβγάλτησestripador, pessoa que rasga, serra circular, serrote - ληστήςladrão - sadomasochist (en) - δολοφόνος κατά συρροήνassassino em série - άνθρωπος αμαρτωλός, αμαρτωλός , κριματισμένοςpecador - ταραχοποιόσ - λαθρέμποροςcontrabandista - αρσενοκοίτησ, ομοφιλόφιλοσ, παιδεραστής, σοδομίτησpederasta, sodomita - Tartufe, Tartuffe (en) - Ted, Teddy boy (en) - κλέφτηςladrão - debt security, legal guardian, trustee (en) - αντικαταστάτησ, σφετεριστής, υποσκελιστήσusurpador - αυτόπτης μάρτυρας, μάρτυρας, μάρτυρας δικαστηρίουinformador, testemunha - επιβεβαιωτήσ, μάρτυσ - yardie (en) - Mary Magdalen, Mary Magdalene, St. Mary Magdalen, St. Mary Magdalene (en) - Henry Morgan, Morgan, Sir Henry Morgan (en) - Bartholomew Roberts, Roberts (en) - Blackbeard, Edward Teach, Edward Thatch, Teach, Thatch (en) - βρόμικο χρήμα, κέρδη, λάφυρα, λεία, τρόπαιαlucros, saque - κληρονομιά, κληρονόμημα - κληροδότημα, κληρονομιάdoação, legado - exemplary damages, punitive damages, smart money (en) - escrow (en) - crescimento - νομική υπόσταση - προσωπική ελευθερίαliberdade - constraint, restraint (en) - περιτείχιση, φυλάκισηaprisionamento, prisão - durance (en) - emergency (en) - απαλλαγή, ελευθερίαisenção - ασυδοσία, ατιμωρησίαimpunidade - εγκληματικότηταtaxa de criminalidade[Domaine]

-

 


   Publicidade ▼