Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

άφιξηAnkunft - landing (en) - αποστολήAbsendung - κρεμαστή γέφυραHängebrücke - κανάλι μεταφοράς νερούAquädukt - μεγάλος δρόμος ταχείας κυκλοφορίαςSchnellstraße - driving (en) - endurance riding (en) - πτήση, σμήνοςder Schwarm, Flug, Flugreise - προσπέρασμαÜberholen - Wende - εκτροπή, παρέκκλισηAblenkung, Abschweifung, Abweichung - στόμιο υπονόμουEinsteigloch - σιδηρόδρομος, τρένοEisenbahnzug - αίρω, βαστάζω, μεταφέρω, υποβαστάζω, φέρω - κουβαλώ, μεταφέρωschaffen - κινούμαι, περπατώ, πηγαίνωbewegen, fortbewegen - θαλασσοπορώ, ιστιοδρομώ, οδηγώ, πλοηγώ, ταξιδεύω με πλοίοschiffen, schippern, steuern - γλιστράω, γλιστρώ, γλιστρώ στα πλάγια, ντελαπάρω, ολισθαίνω, φορώ βιαστικά, χώνω στα κλεφτάabgleiten, abrutschen, ausgleiten, ausrutschen, gleiten, gleiten lassen, glitschen, rutschen, schleudern, schliddern, schlittern, verrutschen, wegrutschen - αναποδογυρίζω, ανατρέπομαι, μπατάρω, τουμπάρωkentern, kippen - οδηγώ, πηγαίνω με το αυτοκίνητοfahren - μεταφέρωbefördern, transportieren - άγω, αγοράζω, λαμβάνω, παίρνω, πηγαίνω κπ. ή κτ. κάπου, φέρνωbringen, machen, messen, nehmen, zubringen - γυρίζω κτ. πίσω, επανέρχομαι, επαναφέρω, επιστρέφω, θυμίζω, θυμίζω κτ. σε κπ., ξαναγυρίζωzurückbringen, zurückversetzen - είμαι αγωγός, εκπέμπω, μεταφέρωleiten - change, transfer (en) - πρόσβασηZugang - Airbus - αεροπλάνο , αεροσκάφοςFlieger, Flugzeug, Luftfahrzeug - αεροδρόμιο, αερολιμένας, μικρό στρατιωτικό αεροδρόμιοder Flughafen, der Flugplatz, Flughafen, Flugplatz - αεροπλάνο της γραμμήςPassagierflugzeug, Verkehrsflugzeug - αεροπλάνο, αεροσκάφοςFlugzeug - αερόπλοιο, πηδαλιουχούμενοZeppelin - air-to-air missile (en) - air-to-ground missile, air-to-surface missile (en) - ασθενοφόρο, νοσοκομειακόAmbulanz, Krankenwagen, Rettungswagen, Unfallwagen - αμφίβιο όχημαAmphibienfahrzeug - ABM, antiballistic missile (en) - Autobahn - αυτόγυρο, ελικόπτερο αεροπλάνο - άξονας τροχούAchse, Axel, Radachse, Welle - καροτσάκι για μωρά, καροτσάκι μωρού, παιδικό καροτσάκιKinderwagen, Sportwagen - συναρμολογούμενη γέφυρα - βαλλιστικός πύραυλοςballistische Rakete - δίτροχο καροτσάκι, χειράμαξαHandkarre, Karre, Schubkarre, Schubkarren - αυτοκίνητο στέισον βάγκον, στέισον βάγκονKleinbus, Kombiwagen - καμπή, καμπύλη, στροφήBiegung - Βερολίνο, τετράτροχη άμαξαBerlin - colloquial: Drahtesel, Fahrrad, Rad, Velo, Zweirad - δίδυμο ποδήλατοTandem - διπλανό, διπτέρυγο αεροπλάνοDoppeldecker - μικρό αερόστατοPrallluftschiff - αδιέξοδοSackgasse - body (en) - Fahrbücherei - Zügel - bridge, span (en) - Breitspur - μπουλντόζαBulldozer - Autoskooter, Boxauto - καρότσαCabrio, Cabriolet, Kabrio, Kabriolett - αρθρωτή γέφυρα - ερπύστρια, κάμπιαGleiskette, Raupe, Raupenfahrzeug - Zahnradbahn - σκεπαστή γέφυρα - διασταύρωσηFußgängerschutzweg, Fußgängerstreifen, Fußgängerübergang, Fußgängerüberweg, Schutzweg, Übergang, Übergangsstelle, Überweg, Zebrastreifen - αδιέξοδο - δισκόφρενοScheibenbremse - Stuka, Sturzkampfflugzeug - δρόμος διπλής κατεύθυνσηςdoppelte Fahrbahn, vierspurige Autobahn, vierspurige Straße - dogcart (en) - κινητή γέφυρα, κρεμαστή γέφυραFallbrücke, Klappbrücke, Zugbrücke - drone, pilotless aircraft, radio-controlled aircraft, UMA, uninhabited aerial vehicle, uninhabited air vehicle, unmanned aerial vehicle, unmanned aircraft, unmanned air vehicle (en) - Trommelbremse - ανατρεπόμενο φορτηγόKipper, Kippwagen - εναέριο τρένο - ανάχωμα - είσοδοςAnfahrt, Auffahrt, Einfahrt, Eingang, Einlaß, Einstieg, Eintritt, Entree, Rampe, Zufahrt, Zugang, Zutritt - προφυλακτήρας, φτερό αυτοκινήτουder Kotflügel, Kotflügel - attack aircraft, fighter, fighter aircraft (en) - πυροσβεστική αντλία - γέφυρα πεζώνFußgängerbrücke, Landungsbrücke, Landungssteg, Laufbrett, Steg - σύστημα τροφοδοσίας - άτρακτος αεροσκάφουςFlugzeugrumpf, Rumpf - είσοδος, πύληTorweg - ανεμοπλάνο, ανεμόπτεροSegelflugzeug, Segler, Sportflugzeug - Handschuhfach - grade separation (en) - κατευθυνόμενο βλήμα, τηλεκατευθυνόμενο βλήμμαFernlenkflugkörper, Fernlenkgeschoß - gurney (en) - χειρόφρενοHandbremse, Notbremse - τιμόνι ποδηλάτουLenkstange - Sackkarre, Sackkarren, Stechkarre - προβολέας, προβολέας αυτοκινήτουScheinwerfer - νεκροφόραLeichenwagen - αυτοκινητόδρομος, δημόσιος δρόμος, εθνική οδόςBundesstraße - καπό αυτοκινήτουHaube, Heckklappe, Kofferdeckel, Kofferraumdeckel, Kühlerhaube, Motorhaube, Schutzhaube - αερόστατοHeißluftballon - hot rod, hot-rod (en) - ICBM, intercontinental ballistic missile (en) - τζιπGeländewagen, Jeep - χειράμαξαRickscha - λαντώLandauer - χώρος προσωρινής στάθμευσης σε αυτοκινητόδρομοStandspur - λιμουζίναLimousine - φορτηγόLastauto, Laster, Lastkraftwagen, Lastwagen, Lastwagen, Lastwagen-..., Lastzug, LKW, Sattelschlepper, Transporter, Transportfahrzeug, Truck - Mackinac Bridge (en) - tampão de bueiro (pt) - μετρό, υπόγειος σιδηρόδρομοςLondoner U-Bahn; U-Bahn..., Metro, U-Bahn, Untergrundbahn - μοτοποδήλατο, παπάκι, παπί - minivan (en) - τάφροςBurggraben, Daube, Grube, Loch, Mulde, Wassergraben - μονός σιδηρόδρομοςEinwegbahn - μηχανάκιMofa, Mokick, Moped, Motorfahrrad - δίκυκλο, μηχανή, μοτοποδήλατο, μοτοσικλέταKraftrad, Motorrad - αυτοκινούμενο όχημαKfz, Kraftfahrzeug, Motorfahrzeug - ποδήλατο ανώμαλου δρόμουMountainbike - ανατολικό φορείονSänfte - διάβασηDurchfahrt, Durchlass, Passage - picape (pt) - κλούβα αστυνομίασPolizeiwagen - πολεμίστραBullauge - rail (en) - μέσο μαζικής μεταφοράς, μέσο ταχείας μεταφοράς - Zweisitzer - σιδηροδρομικά βαγόνιαFahrzeuge - Kanal, Seekanal - καροτσάκι, καροτσάκι αποσκευών, τρόλεϊ αποσκευώνEinkaufsroller, Einkaufswagen, Gepäck, Gepäckwagen, Handwagen, Karren, Karrette - ο συντομότερος δρόμος, σύντομος δρόμοςAbkürzung - Sno-cat (en) - Schneepflug, Schneeräumer, Schneeräumgerät - sounding rocket (en) - διαστημικόσ εξερευνητήσRaumsonde - Abflusskanal, Überlaufrinne - διθέσιο αμάξι, κουπέ, σπορ αυτοκίνητοCoupé, Kupee, Sportcoupé, Sportwagen - ταχυδρομική άμαξαPostkutsche - road roller, steamroller (en) - ελαφρή τετράτροχοσ άμαξα - διάδρομος τροχοδρόμησης αεροσκαφώνRollbahn - towing path, towpath (en) - γεωργικός ελκυστήραςSchlepper, Traktor, Trecker, Zugmaschine - δρόμος υποχρεωτικής κυκλικής πορείαςRondell - aerial tramway, cable tramway, ropeway, tram, tramway (en) - τρίκυκλοDreirad - φορτηγόLastauto, Laster, Lastkraftwagen, Lastwagen, Lieferwagen, LKW - twinjet (en) - σύστημα προσγείωσης, σύστημα προσγειώσεωςFahrwerk - Einrad - οδογέφυραStraßenüberführung, Viadukt - βαγόνι - δρόμοςVerkehrsweg, Weg - παράθυροFenster, Fensterscheibe, Glasscheibe, Scheibe - Zeppelin - κλίση, πλαγιάNeigung - δασμολογική προτίμηση - όριο ταχύτητασGeschwindigkeitsbegrenzung - σύγκρουσηVerkehrsunfall, Zusammenprall, Zusammenstoß - εκτροχίαση, εκτροχιασμόσEntgleisung - διακοπή, παύση, στάση, σταμάτημαHalt - κυκλοφοριακή συμφόρηση, μποτιλιάρισμαAutoschlange, Schlange, Stau, Staubildung, Verkehrsstau, Verkehrsstauung, der Stau, Verkehrsstockung - frontier (en) - κίνδυνος - δρόμος, κατεύθυνσηWeg - Erie Canal (en) - μηχανικός, μηχανολόγος, οδηγός τρένουLokführer, Lokführerin, Lokomotivführer, Lokomotivführerin - αυτός που ταξιδεύει με οτοστόπ, ταξιδιώτηςAnhalter, Anhalterin, Tramper, Tramperin - μαστιγωτήσ - οδηγόσ ελέφαντοσ, φύλακασ ελέφαντοσElephantenführer, Mahaut - Fahrgast, Passagier; Passagier-..., Passagierin - πεζοπόρος, πεζόςFußgänger, Fußgängerin - παραδιαβάζων, σουλατσαδόροσPassgänger - οδηγός φορτηγού, φορτηγατζήσKraftfahrer, Kraftfahrerin, Lastfahrer, Lastfahrerin, Lastkraftfahrer, Lastkraftfahrerin, Lastwagenfahrer, Lkw-Fahrer, Lkw-Fahrerin - καρραγωγεύσFuhrmann - neblina (pt) - βάροςLadung - wing loading (en) - freedom of the seas (en)[Domaine]

-

 


   Publicidade ▼