Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

απόκτηση - ανάκτηση, επανεύρεσηrecuperação - aceitação - succession, taking over (en) - κληρονομιάherança, património - procural, procurance, procurement (en) - λήψη, παραλαβή, υποδοχήrecepção, recibo - κλέβωfurtar, roubar - αποδοχή, υιοθεσίαadopção - συλλογή φόρων - παίρνω - παίρνωadquirir, tomar - κάνω, λαμβάνω, παίρνωreceber, tomar/fazer - λαμβάνω, παίρνω - αποκτώ, καταφέρνω, λαμβάνωconseguir - βρίσκω - collect, take in (en) - διαμοιράζω, διανέμω, κατανέμω, νέμωrepartir - αποδέχομαιaceitar, receber, ter - δέχομαιaceitar - αποκτώ, εξασφαλίζωobter - εξασφαλίζω, εφοδιάζομαι, προμηθεύομαι, προμηθεύωobter - ανακαταλαμβάνω, επανακτώ, ξαναβρίσκωrecuperar-se - επωφελούμαι, κεδίζω, κερδίζω, ωφελούμαιaproveitar, lucrar - δημιουργώ, πηγαίνω και παίρνω, συγκεντρώνομαι, συγκεντρώνω, συγκεντρώνω σε μεγάλη ποσότητα, συλλέγω, συναθροίζω, συσσωρεύωacumular, buscar, juntar, reunir - περνώ να πάρωir buscar, pegar - απόκτημα, κατάκτησηaquisição - κληρονομιά, κληρονόμημα[Domaine]

-

 


   Publicidade ▼