Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

επαφή - επιβεβαιώνωconfirmar, corroborar - εκφράζω, επικοινωνώcomunicar - ανακοινώνω, μεταδίδωcomunicar - έχω επικοινωνία, μεσολαβώ, συνεργάζομαιcoordenar, interceder, servir de medianeiro - διαπραγματεύομαι, κάνω διαπραγματεύσειςnegociar - μεταπείθω, παίρνω με το μέρος μουconquistar, convencer, persuadir - παροτρύνω, ωθώanimar - διακόπτω, παρεμβαίνωdeixar falar, deixar terminar, escutar, interromper, intrometer-se, suspender - αποκρούω, αποποιούμαι, απορρίπτω, αρνούμαι, περιφρονώrecusar - συγκατατίθεμαιconsentir - αποσύρομαι, αποσύρω, αποτραβιέμαι - αίρω, ακυρώνω, αναιρώ, ανακαλώ, καταργώrescindir, revogar - συγκατατίθεμαι, συμφωνώ, συναινώconcordar - συζητώdiscutir - επιμένω - αποδεικνύω, βεβαιώνω, εκδηλώνω, επιδεικνύω, μαρτυρώ, φανερώνωdemonstrar - επιπλήττω, νουθετώrepreender - σωφρονίζω, τιμωρώ με ξύλοaçoitar, castigar, humilhar - κατσαδιάζω, μαλώνωrepreender - κατηγορώ, μέμφομαι, ψέγωcensurar - update (en) - αμφιλέγω, διφορούμαιser ambíguo - αλλοιώνω, διαστρέφω, παραποιώalterar - κακολογώ, υποτιμώ - embromar - διαβάλλω, δυσφημίζω, κακολογώ, συκοφαντώcaluniar, denegrir, difamar, fazer pouco de - διαπομπεύω, διασύρω, εκθέτω, εξευτελίζωaviltar, caluniar, denegrir, desacreditar, difamar, vilipendiar - εκθειάζω, εξυμνώ, επαινώexaltar, louvar - μειώνω, υποβαθμίζωminimizar - αντικρούω, καταπολεμώcontestar, impugnar, refutar - αρνούμαι, διαψεύδωdesafiar, discutir, disputar - προβάλλω, προτείνωsubmeter - consult (en) - κολακεύωincensar - brown-nose, butter up (en) - defender - εισάγω, παρουσιάζω, συστήνωapresentar, introduzir - εμφανίζωapresentar - εύχομαι, χαιρετίζωdizer - κακολογώ κπ. πίσω από την πλάτη τουcriticar - λυπάμαι κπ.deplorar, estar confiante, estar seguro - αναφωνώ, κραυγάζω, φωνάζωexclamar - αναφωνώ, κραυγάζωberrar, bramar, clamar, gritar, vociferar - convolute, pervert, sophisticate, twist, twist around (en) - αποσαφηνίζω, διευκρινίζω, επεξηγώesclarecer - αναφέρω ονομαστικά, κατονομάζωenumerar - σκοπεύω - αναπτύσσω διεξοδικά, εκθέτω, επεξεργάζομαιdesenvolver - aggrandise, aggrandize, blow up, dramatise, dramatize, embellish, embroider, lard, pad (en) - περιγράφω, χαρακτηρίζω, χαρακτηρίζω κπ. ωςdescrever - ορίζωdefinir - επαναλαμβάνω, επαναλαμβάνω για εξάσκησηrepassar, repetir, rever - articular, enunciar, pronunciar - αρθρώνω, διατυπώνω, εκφράζω, συντάσσωexpressar, formular - confirm, reassert (en) - αποδεικνύω, αποκαλύπτω, αποτελώ απόδειξη, βεβαιώνω, βεβαιώνω για, βεβαιώνω ενόρκως, μαρτυρώ, χρησιμεύω σαν απόδειξηdar testemunho, testemunhar - παραθέτω, προσκομίζωadiantar, andiantar, apresentar, propor - παρατηρώ, σχολιάζωcomentar - αναφέρω λεπτομερώσ, εξειδικεύω, περικεύωespecificar, particularizar, pormenorizar - ανακινώ - θίγω, κάνω μνεία, υπαινίσσομαιmencionar - aim, drive, get (en) - προσθέτω, συμπληρώνωacrescentar - κουβεντιάζω, κουτσομπολεύω, φλυαρώ, φλυαρώ ανόητα και ακατάληπτα, φλυαρώ για πράγματα ασήμανταbisbilhotar, cavaquear, falar, tagarelar - δηλώνω, εκφράζω - ανοίγω πέρασμα, μεταφέρωsulcar - προσκαλώconvidar - invite, receive, take in (en) - αποσπώ, εκμαιεύω - come, come in (en) - γνωστοποιώ, μεταδίδω, μεταφέρω πληροφορίεςcomunicar - δηλώνω, μαρτυρώ - συνδέομαι - σχετίζομαι - μετάδοσηtransmissão - δραστηριότητα επικοινωνίας, επικοινωνίαcomunicação - photojournalism (en) - τηλεφώνημαchamada, comunicação - chamada a cobrar, telefonema a cobrar - rádio - televisão - διαμόρφωση εύρουσmodulação de amplitude - FM - γλώσσα του σώματοςexpressão corporal - dialog, dialogue, duologue (en) - conference, group discussion (en) - λόγος, πράξη λόγου - λιτανείαladainha, litania - τηλεπάθειαtelepatia[Domaine]

-

 


   Publicidade ▼