Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

عمل, عَمَل، فِعْل، مَأْثَرَهδράση, πράξη - عَمَل، إجْرَاء, فعلδράση, ενέργεια, πράξη - طَـريـقَـه, مجرى, منوال, مَجْـرى, وُجْهَهδρόμος, κατεύθυνση, πέρασμα, ροή, τρόπος, τρόπος ενέργειας - performance (en) - τετελεσμένο γεγονόσ - إدْراك، تَحْقيق, تَحْقيق الآمالκαρποφορία, πραγματοποίηση, συνειδητοποίηση - إنجاز, إنْجاز، تَنْفيذ، تَحْقيقολοκλήρωση - تحقيقεπίτευξη, πραγματοποίηση - بتعمد, برويّة, بصورَةٍ مَقْصودَه، عَمْدا, بِصورَةٍ مَقْصودَه, عمدا, عن قصد, عَمْدا، عَن قَصْد, قَصْدا، عَمْداεπίτηδες, εσκεμμένωσ - أداء, تحقق, تمكنαπόδοση, επίδοση, πράξη - يُقَوّي، يُدَعّم، يُوَطّدπαγιώνω - إجراء, إجْراء، عَمَل, خطوة, سرعة, قفزةβήμα, ενέργεια, μέτρο - طوّرαξιοποιώ, εκμεταλλεύομαι - نشّط, يُشَغِّل، يُنَشِّـطενεργοποιώ, θέτω σε λειτουργία - صحيح, صحّح, يُصَحِّحδιορθώνω, επανορθώνω - سوء الاستعمالκαταχρώμαι - صحح, صلّح, يَصْلُح، يَحْسُن, يَضَع نهايَةً لشيءٍ خَطَأ، يُصَحِّح الخَطَأ او الظُّلْم, يُشْفي، يُعيدُ الصِّحَّه, يُصَحِّح، يوقِف الظُّلْم, يُصَحِّح شَخْصاβελτιώνω, διορθώνω, διορθώνω κπ., επανορθώνω, επισκευάζω, θεραπεύω, κάνω κπ. καλά - آخر قِطْعَة يُنْتِجُها الفَنّان قَبْلَ مَوْتِهκύκνειο άσμα - حدد, حدود, حدّ, حدّد, قيد, يَحْصُر, يَحْصُر نَفْسَه، يَبْقى في نِطاق, يُحدِّد, يُقَيِّد، يَحِدُّ من، يُحَدِّدοριοθετώ, περιορίζω - حجز, حدّ, حصر, يَرْسُم حُدود المَلْعَبοριοθετώ, περιορίζω, σημειώνω - إنجماد, شلّ - تعوّد, عوّد, يَعْـتَـاد، يَتَعَوَّدέχω, προσαρμόζομαι, συνηθίζω σε κτ. - رتّبκάνω - سلسل - زيّنενδύομαι κομψώσ, ενδύω κομψώσ, στολίζομαι, στολίζω - أقلمκουρδίζω, χορδίζω - إستمرّ, ثابر, يَسْتَمِر، يُصَمِّم على، يُثابِر, يُثابِر, يُواظِب، يُثابِر علىαφοσιώνομαι, εμμένω, επιμένω, μπορώ - منتهي, يَنْهي، يَنْتَهي, يُنْهي: τελειώνω, καταλήγω, τελειώνω, τερματίζομαι, τερματίζω - يَسْحَق، يُخْمِدκαταπνίγω, συνθλίβω - خصّصκαθιστώ προσωπικόν, προσωποποιώ - شغل, فَعَالِيَّه، نَشَاط, مُتابَعَه، مُواصَلَه, نشاطαπασχόληση, ασχολία, δραστηριότητα, ενασχόληση - تحيّر, عقّد - عمليةεπιχείρηση - إستعدّ, جاهزετοιμάζομαι - طريقة العيش, طَريقَة حَياه, مَسْلَك، طَريق, نمط العيشδιαδρομή, πορεία, τροχιά, τρόπος ζωής - نوّعδιευρύνω, επεκτείνω - ملء, يَملأ الصِّهْريج، يَتَزَوَّد بالبَنْزينγεμίζω, γεμίζω μέχρι επάνω - أنه, يُنهي، يَعمَل التَّرتيبات النِهائِيَّهοριστικοποιώ - نسّق - نسّق - يُنْجِزُ ، يُتِمُّ عَمَلاδιεκπεραιώνω, ολοκληρώνω - يُعالِجُ مادَّةًεπεξεργάζομαι - واضحκαθαρίζω - خلّد, يخلد, يُخَلِّدαπαθανατίζω - شُغل, عمل, عَمَل، جُهْد, مَكان العَمَل, مُهِمَّه، عَمَل يقوم به الشَّخْص, نَتيجَة العَمَل، مَنْتوجαπασχόληση, δουλειά, εργασία, προϊόν εργασίας, πόστο - أداء, إجراء, عمل, عَمَل، تَنْفيذ العَمَلεργασίες, εφαρμογή, ισχύς, λειτουργία - service (en) - كدحδουλειά, εργασία, κάματος - بَذْل جُهْد، إجْهاد, جهد, عمل, عناءάσκηση, επώδυνη προσπάθεια, κόπος, μόχθος, χρήση - أعمال يدوية - طلّ عليه, يَتَغاضى عَنαμελώ, παραβλέπω, παραλείπω, παραμελώ - ماعدا, يَحْذِف, يَسْتَثْني, يَنْسى أن يَشْمَل, يُغْفِل، يُهْمِل، لا يَشْمَلαποκλείω, εξαιρώ, παρακάμπτω, παραλείπω - ينشئδίνω οδηγίες, καθορίζω - جرع, رضي - عمل, عمل الرتيب, عَمَلٌ بَيْتي, مهمّةαγγαρεία - وظيفةλειτούργημα - بدلاً من, مكانτόπος - أمنية, راد, سوف, يَوَد، يُريدβούλομαι, επιθυμώ, θέλω, ποθώ - مهمةυποχρέωση - مهمة, مُهِمَّه, مُهِمَّه، خِدْمَه، عَمَل خفيفαποστολή, θέλημα - يُفْشِلُ بالحيلَةِ أو الخِدْعَهπαγιδεύω και βγάζω κπ. από το παιχνίδι - تَجْرِبَه، مُحاوَلَه، إخْتِبار, تَعَب, جُهْد, جُهْد، مَجْهود, محاولة, مسعى, مُحاوَلَه, نُقْطَه، إصابَه، هَدَف في لُعْبَة الرَّغبيαπόπειρα, απόπειρα L, δοκιμή, κόπος, προσπάθεια - give (en) - تعهد, عُمّالέργο, εργάτες, εργατικό δυναμικό - أزال, شطب, مسح, يَحْذِف، يَمْحو, يَمْحو، يَحْذِفδιαγράφω, σβήνω - تجنّب, يَتَجَنَّبαποφεύγω - أنكرαπαρνιέμαι, αποκηρύσσω, αποκηρύττω, αρνούμαι - إرتكب, كرّس, مكرّس, يُكَرِّسُ، يُخَصِّصُ, يُكَرِّسُ حَياتَه لِαφιερώνω, αφοσιώνομαι, δίνω - إقبل, عذر, يَصْفَح عن، يُسامِح, يَعْذُر، يَتَغاضى عَن, يَعْفي، يَعْذُر ، يُسامِح, يَغْفِر, يَغْفِر، يَصْفَحπαραβλέπω, συγχωρώ - military mission, mission (en) - إستمرار, إسْتِمرار، تَتابُعεξακολούθηση - تكرارεπανάληψη - إجْراء، أصول، طريقَه, اجراء, عمليةδιαδικασία - cross dressing, transvestism, transvestitism (en) - lavagem de dinheiro (pt) - عملية جماعيةομάδα δράσης - give, pay (en) - متحرر, يَفْشَل، يَتْرُك، يَتَخَلّى عنαναγνωρίζω ήττα, αποτυγχάνω - إدارةδιαχείριση - تغلّب عليه, هزم, يَتَغَلَّب على المَصاعِب, يُسَيْطِر علىκυριαρχώ, κυριεύω, ξεπερνώ, υπερνικώ, υπερπηδώ - إستعداد, إسْتِعْداد, إعْدادετοιμασία, προετοιμασία, προπαρασκευή - limitação, restrição (pt) - حماية, حمى, يَحْمي، يَحْرُس, يُؤَمِّنδιασφαλίζω, προστατεύω - أعمال, أفْعال, تصرّف, سُلوك, سُلوك، تَصَرُّف, سّلوكαγωγή, ανατροφή, πράξεις - أشبع, شبعان, ملء, يُلَبّي، يُرْضيικανοποιώ, φουσκώνω - إمتنع, امتنع, كفّ, يمتنع, يمتنع عن، يُمسك عنαπέχω, αποφεύγω, δε συμμετέχω, εγκρατεύομαι - متعمّد, معرفة, مَقْصود، مُتَعَمَّد, مُتَعَمَّدεκούσιος, εκ προθέσεως, εσκεμμένος, σκόπιμος - تجمّع, جمع, كدّس, يَجْمَعμαζεύω - ادخل, دخل, قدّم, ملحق, يدخلεμφυτεύω, ενθέτω, μπήγω, μπαίνω - يستمني - حملέχω, εξουσιάζω, κατακρατώ - قدّم - صنع, يعملκάνω - طوّر, يُطَوِّرαναπτύσσομαι, αναπτύσσω - رائد, مستهلّ, يَكون أوَّل من، يَكون الطَّليعيεισάγω, πρωτοεφαρμόζω, πρωτοπορώ, πρωτοχρησιμοποιώ - أثّر, تأثير, يُسَبِّب, يُسَبِّب، يُحْدِث, يُسَبِّبُκάνω, προκαλώ, προξενώ - ينشئ, يُؤسِّس, يُؤَسِّس، يُقيم، يُنْشِئαρχίζω, ιδρύω - حوّل, عالجεπεξεργάζομαι, κατεργάζομαι - παίζω - لعب, يَعْزِفπαίζομαι, παίζω μουσικό όργανο - يَلْعَب في لُعْبَة الوَرَق, يُمَثِّل, يُمَـثِّـلπαίζω - عزف, لعبπαίζω - فلح الأرضκαλλιεργώ - تقسيم, فصل, يَقْسِم، يَنْقَسِمχωρίζω - subject (en) - شكّل, عيّنβάζω, καθορίζω, ορίζω - عمل/ان يعمل, يَشْتَغِل، يُشَغِّلβάζω κπ. να δουλεύει, δουλεύω, εργάζομαι - أذك, يوقِد، يُزَوِّد بالوَقود, يُزَوِّد بالوَقودτροφοδοτώ, τροφοδοτώ με καύσιμα - فحص, يُجَرِّب, يُجَرِّب، يَخْتَبِر, يُحاوِل, يُرْهِق، يَخْتَبِر حُدودαποπειρώμαι, δοκιμάζω, επιδιώκω, επιζητώ, επιχειρώ, θέτω σε δοκιμασία, προσπαθώ - كافح, يُحاوِلπασχίζω, προσπαθώ - أجّل, أرجأ, جدول, طاولة, يَطْلُب اسْتِعمال الشَّيء في وَقْتٍ لاحِق, يُؤَجِّل, يُؤَجِّل، يُرْجِئ، يُمْهِلαναβάλλω - يَحْذو حَذْو، يَقْتَدي بِακολουθώ, μιμούμαι, υιοθετώ - إيراد, واصل, يَبْقى، يَدوم، يَسْتَمِر, يَتَقَدَّم, يَسْتَمِر, يَسْتَمِر رَغْم الصُّعوبات, يُتابِع، يَسْتَمِرπροοδεύω, προχωρώ, συνεχίζομαι, συνεχίζω, συνεχίζω να κάνω κτ., συνεχίζω παρά τις δυσκολίες - continue, persist in (en) - سلوكيّ - شغّال, صالِح للعَمَل، في حالة جَيِّدَه للعَمَلσε καλή λειτουργική κατάσταση - عملέργο - إرادة, إرادَه, رَغْبَه، تَصْميم, سوفεπιθυμία, θέληση - أوقاتφορά - Advent, Parousia, Second Advent, Second Coming, Second Coming of Christ (en)[Domaine]

-

 


   Publicidade ▼