Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

εξαιρετικάimensamente - good, well (en) - ποσότητα, σύστημα μέτρησηςmedida, quantidade - ασυνήθισταextraordinariamente - μέχρις υπερβολής, πάρα πολύ, σε βαθμό υπερβολικό, υπερβολικάdemasiado, em demasia, excessivamente - πολύmuito - κιλό, χιλιόγραμμοquilo, quilograma - κατάλληλοςapto, bem, certo - meager, meagerly, meagre, scrimpy, stingy (en) - άθλιοςmiserável - metro quadrado - astronomically (en) - υψομέτρης, υψομετρικό όργανοaltímetro - σφυγμομανόμετροesfigmógrafo - ωμόμετρο - ηλιακό ρολόι, ηλιακό ρολόϊrelógio de sol - hora de Greenwich - εντατικάintensivamente - suficientemente - insuficientemente - βαθιάimensamente, profundamente - μετρολογίαadoção do sistema métrico - εξαιρετικάexcelentemente - εξαιρετικά, θαυμάσια, τρομεράmagnificamente, maravilhosamente, optimamente, tremendamente - έντονα, πάρα πολύintensamente - εξαιρετικά, φοβεράenormemente, extraordinariamente - άφθονα, υπερβολικάabundantemente, abundosamente, com abundância, excessivamente - generosamente - πλάκα ρολογιού, πρόσοψη χρονομέτρουmostrador - εξωφρενικά, υπέρμετραexorbitantemente/excessivamente - altíssima frequência, VHF - λεπτομερώσminuciosamente - termómetro - shallowly (en) - superlatively (en) - βιαίωσ, ορμητικώσardorosamente - μέτρησηmedição - actinometry (en) - ανθρωπομετρίαantropometria - batimetria - θερμιδομετρίαcalorimetria - υδρομετρία - observação - τοπογραφία - τεστ νοημοσύνησ - ανώτερος, ανώτερος σε θέση, βαθμίδα κτλ., επάνωsuperior - μικρός, χαμηλού υψομέτρου, χαμηλόςbaixa, baixo - καθιερωμένος, κανονικός, συνηθισμένοςuniformizado - μηνιαίοςmensal - καθημερινάdiário - anthropometric, anthropometrical (en) - επιταχυνσίομετρο, επιταχυνσιογράφος - ακτινόμετρο - ξυπνητήριdespertador - αμπερόμετροamperímetro - ανεμόμετροanemômetro - αστρολάβοςastrolábio - ατμιδόμετρο, ατμόμετρο - ατομικό ρολόι - ακουόμετροaudiômetro - ζυγός, παλάντζα, πλάστιγγα - βαρόμετροbarómetro - βολτόμετροbolômetro - bubble chamber (en) - θερμιδόμετροcalorímetro - χρονόμετρο αγώνωνcronómetro - chronometer (en) - ρολόι κούκοςrelógio cuco - δοσίμετροdosímetro - δυναμόμετροdinamômetro - ηλεκτρόμετροeletrômetro - eudiômetro - γαλβανόμετροgalvanômetro - contador geiger - γνώμων, ωροδείκτησ - ρολόι με εκκρεμές, ρολόι με μεγάλο επιδαπέδιοrelógio de pêndulo - βαρύμετροdensímetro, hidrômetro, salinômetro - υγρογράφος, υγρόμετροhigrômetro - εμβαδόμετρο - ionization chamber, ionization tube (en) - Kundt's tube (en) - μαγνητόμετροmagnetômetro - μανόμετροmanômetro - μέτρο, μεζούρα, όργανο μέτρησηςmedida - mercurial thermometer, mercury-in-glass thermometer, mercury thermometer (en) - χιλιομετρικόσ δείκτησmarcador de quilometragem, odômetro - βηματόμετροconta-passos, pedômetro, podômetro - ρολόι εκκρεμέςpêndulo - piezômetro - postage meter (en) - proportional counter, proportional counter tube (en) - κάνιστρο, καλαθάκιflores - πυρόμετροpirômetro - ραντάρradar - radiômetro - βροχόμετροpluviômetro - telêmetro - platinum thermometer, resistance thermometer (en) - scintillation counter (en) - σεισμογράφοςsismógrafo - κοντέρ, ταχύμετροvelocímetro - spirograph (en) - καντάρι - χρονόμετροcronómetro - strain gage, strain gauge (en) - μέτρο, μεζούραfita métrica - ταξίμετροtaxímetro - par termoelétrico - viscometer, viscosimeter (en) - βολτόμετροvoltímetro - κλεψύδραclepsidra, relógio de água - water meter (en) - οδηγόσ κύματοσ - weather radar (en) - απόδοση, καρπός, παραγωγήprodução - ραδιοφωνική συχνότηταrádio-frequência - ELF, extremely low frequency (en) - very low frequency, VLF (en) - LF, low frequency (en) - medium frequency, MF (en) - HF, high frequency (en) - εξαιρετικά υψηλή συχνότητα - number (en) - ακολουθία - κόκκοςgrão - μετρικό σύστημαsistema métrico - International System, International System of Units, SI, SI system, SI unit, Systeme International, Systeme International d'Unites (en) - bandwidth (en) - unidade de conta - καράτιοquilate - αναλογία - μονάδα βάρουςpeso - langley (en) - point (en) - match point, ponto decisivo - arcsecond, second (en) - minuto - ακτίνιοradiano - sr, steradian (en) - milha quadrada - section (en) - ακρ, μονάδα επιφανείαςacre - εκτάριοare - εκτάριοhectare - arpent (en) - b, barn (en) - homer, kor (en) - board foot (en) - κυβικό εκατοστό, μέτρο κτλ., χιλιοστόλιτρο, χιλιοστό του λίτρουcúbico - το ένα δέκατο του λίτρουdecilitro - λίτροlitro - hectoliter, hectolitre, hl (en) - χιλιόλιτροmetro cúbico - ηλεκτρική μονάδα, φαράντfarad, unidade de capacidade - κουλόμβ, μονάδα ποσότητοσ ηλεκτρισμούcoulomb - ampere-hour (en) - siemens - αμπέρ, αμπέραζampere, ampério - mãezinha, mamãe - abamp, abampere (en) - oersted - maxwell, Mx (en) - weber - gauss (en) - tesla - αυτεπαγωγήσ, ενρίκοσ, μονάδα ηλεκτρικήσ επαγωγήσHenrique - L, lambert (en) - lux, lx (en) - phot (en) - cd - γιγαμπάιτsoldado raso - βολτ, βόλτ, ηλεκτρική μονάσ, μονάδα ηλεκτρικήσ τάσησvolt, volte - quilovolt - rydberg, rydberg constant, rydberg unit (en) - βατwatt - κιλοβάτquilovate - ιπποδύναμηcavalo-vapor - var, volt-ampere (en) - μονάδα ραδιοενέργειασ - rutherford (en) - μονάδα ηλεκτρικήσ αντίστασησ, ωμohm - dina - νεύτοnewton - pdl, poundal (en) - πόδι - μονάδα μήκουςfurlong, um oitavo de milha - μίλιmilha - μονάδα μήκους - ινδική μονάδα μήκους - βέρστι - ναυτική μονάδα μήκους - μονάδα μήκους - αγκώνας, πήχυςcotovelo, cúbito - δάχτυλο - κεφάλι - nanômetro - μικρό, μικρόν''Bras.'' micrômetro, ''Port.'' micrómetro, micrometro, mícron - χιλιοστόμετρο, χιλιοστό του μέτρουmilímetro - εκατοστό, εκατοστόμετροcentímetro - dekostometro, ένα δέκατο του μέτρουdecímetro - μέτροmetro - dekametro, δεκάμετροdecâmetro - hekatometrohectômetro - χιλιόμετροquilómetro, quilômetro - franco - balboa (en) - cruzeiro - Algerian dinar, dinar (en) - dinar, Iraqi dinar (en) - dinar, Jordanian dinar (en) - dinar, Kuwaiti dinar (en) - dinar, Libyan dinar (en) - dinar, Tunisian dinar (en) - dirham, Moroccan dirham (en) - Australian dollar (en) - ιαπωνικό λεπτό - Canadian dollar, loonie (en) - Hong Kong dollar (en) - Jamaican dollar (en) - Liberian dollar (en) - New Zealand dollar (en) - Singapore dollar (en) - United States dollar (en) - ευρωδολάριοeurodólar - Zimbabwean dollar (en) - hao (en) - δραχμήdracma - dobra (en) - escudo, Portuguese escudo (en) - forint (en) - Belgian franc (en) - French franc (en) - Swiss franc (en) - inti (en) - at (en) - krona, Swedish krona (en) - Danish krone, krone (en) - krone, Norwegian krone (en) - kwacha, Zambian kwacha (en) - lek (en) - lev (en) - λιρέταlira - λίβραlibra - marco - pfennig (en) - peseta - Chilean peso, peso (en) - Colombian peso, peso (en) - Cuban peso, peso (en) - Dominican peso, peso (en) - peso mexicano - peso, Philippine peso (en) - peso, Uruguayan peso (en) - Cypriot pound, pound (en) - Egyptian pound, pound (en) - Irish pound, Irish punt, pound, punt (en) - lira, Maltese lira (en) - pound, Syrian pound (en) - πούλα - thebe (en) - άκρα, εσωτερική σόλαrand - Iranian rial, rial (en) - riel (en) - Qatari riyal, riyal (en) - Indian rupee, rupee (en) - Pakistani rupee, rupee (en) - ΆνναAna, aná, moeda indiana - Mauritian rupee, rupee (en) - Nepalese rupee, rupee (en) - Austrian schilling, schilling (en) - groschen (en) - εβραϊκό νόμισμα, σεκέλ, χρήματαsiclo - Kenyan shilling, shilling (en) - shilling, Tanzanian shilling (en) - shilling, Ugandan shilling (en) - sucre (en) - Guinean franc (en) - mongo (en) - yuan - zaire - zloty (en) - dol (en) - διεθνήσ πρότυποσ ατμόσφαιρα - pascal - millimeter of mercury, mm Hg, torr (en) - pounds per square inch, psi (en) - μπάραbar, compasso - bar absolute, barye, microbar (en) - εν - em, em quad, mutton quad (en) - κίκερο - γραμμή - Erlang (en) - degree (en) - εκατοντάβαθμοςcentígrado - K, kelvin (en) - atomic mass unit (en) - mass number, nucleon number (en) - μονάδα βάρουσ, τροία - οβολόσ - tael (en) - λίρα, στερλίνα - μικρογραμμάριο - γραμμάριο, μιλιγκράμ, χιλιοστό του γραμμαρίουmg, miligrama - δέκατο γραμμαρίου, δεκατοστόγραμμαdecigrama - γραμμάριαgrama - mol - εκατό γραμμάριαhectograma - τόνοςtonelada - έργιο, μονάδα εργασίασ ή ενέργειασerg - electron volt, eV (en) - μονάδα ενέργειασ ή έργουjoule - θερμίδα, μονάδα θερμότηταςcaloria - θερμίδα, θερμαντική μονάδαcaloria, unidade de calor - B.Th.U., British thermal unit, British Thermal Unit, BTU (en) - ωριαίο βάττ - correction, fudge factor (en) - όγκοςvolume - χωρητικότηταcapacidade - κλίμακα - proporcionalidade - content (en) - αναλογία, λόγος, ποσοστόproporção, razão - frequency, relative frequency (en) - συγχρονισμόσsincronismo - coordinated universal time, UTC (en) - βράδυ - εμβολήembolia, intercalação - calendar (en) - Roman calendar (en) - Γρηγοριανό ημερολόγιο, Νέο ημερολόγιο - Julian calendar, Old Style calendar (en) - Revolutionary calendar (en) - Brumaire (en) - Frimaire (en) - Germinal (en) - Prairial (en) - Messidor (en) - Thermidor (en) - Fructidor (en) - Hebrew calendar, Jewish calendar (en) - σεληνιακό ημερολόγιο - σεληνοηλιακό ημερολόγιο - Islamic calendar, Mohammedan calendar, Moslem calendar, Muhammadan calendar, Muslim calendar (en) - Hindu calendar (en) - Holy Week, Passion Week (en) - μήναςmês - σεληνιακός μήναςlunação - Γενάρης, ΙανουάριοςJaneiro - Φεβρουάριος, ΦλεβάρηςFevereiro - Mάρτιος, Μάρτης, ΜάρτιοςMarço - Aπρίλιος, Απρίλης, ΑπρίλιοςAbril - Μάης, Μάιος, ΜάϊοςMaio - Θεριστής, Ιούνης, ΙούνιοςJunho - Αλωνάρης, Ιούλης, ΙούλιοςJulho - ΑύγουστοςAgosto - Σεπτέμβρης, Σεπτέμβριος, ΤρυγητήςSetembro - Οκτώβρης, ΟκτώβριοςOutubro - Νοέμβρης, ΝοέμβριοςNovembro - Δεκέμβρης, ΔεκέμβριοςDezembro - Chislev, Kislev (en) - Tebet, Tevet (en) - Shebat, Shevat (en) - Adar (en) - Nisan, Nissan (en) - Iyar, Iyyar (en) - Sivan, Siwan (en) - Ab, Av (en) - Ellul, Elul (en) - Moharram, Muharram, Muharrum (en) - Safar, Saphar (en) - Rajab (en) - Shawwal (en) - Pansa, Pus (en) - leap second (en) - Lent, Lententide (en) - γεννητικότηταíndice de natalidade, natalidade - θνησιμότηταmortalidade - dose rate (en) - current velocity, flow, flow rate, rate of flow, stream velocity, velocity of flow (en) - frequence, frequency, oftenness (en) - Gc, GHz, gigacycle, gigacycle per second, gigahertz (en) - χερτζhertz, Hg - h, km - ταχύτητα - pace, tempo (en) - velocidade aérea - escape speed, escape velocity (en) - ταχύτητα φωτόσvelocidade da luz - mortalidade infantil - luminous flux (en)[Domaine]

-

 


   Publicidade ▼