Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

ανησυχητικάassustadoramente, horrivelmente - λαίμαργοσvoraz - κάνωser - acquisitive (en) - άπληστος, ζηλόφθονος, λαίμαργος, πλεονέκτης, φιλάργυρος, φιλοκερδήςavarento, ávido, cobiçoso, eávido, ganancioso, guloso - παθητικός - θριαμβευτικά, πανηγυρικάalegremente, felizmente, jubilosamente, por sorte - exaustivamente - επίτηδες, εσκεμμένωσdeliberadamente, de próposito, de propósito, intencionalmente, voluntariamente - involuntariamente - παθητικάpassivamente - εμβρόντητος, σοκαρισμένος, φοβισμένοςhorrorizado - επιρρεπής στον πανικό, πανικόβλητος, που πανικοβάλλεται εύκολαassustado, pânico - ακλόνητος, θαρραλέοςinabalável - υπεύθυναresponsavelmente - αμνησίαamnésia - με καμάρι, περήφαναorgulhosamente - ασφαλώς, βεβαίως, και βέβαια!, με βεβαιότητα, με σταθερή απόδοση, πράγματι, ρητά, σίγουρα, σαφώς, χωρίς λάθηao certo, certamente, com certeza, com segurança, de certeza, realmente, seguramente - communally, conjointly, jointly, together (en) - ειλικρινάseriamente - γενναία, θαρραλέα, λεβέντικαcorajosamente - ευσυνείδητα, ευσυνειδήτωσ, προσεκτικά, σχολαστικάconscienciosamente, escrupulosamente - μετρημένα, σοβαράsobriamente - αναιδώς, θαρραλέα, τολμηράsem medo - επιδέξια, επιτήδεια, ικανά, ικανώσ, ταιριαστάadequadamente, com conpetência, com eficiência, competentemente, habilmente - ανήσυχαansiosamente, apreensivamente, com constrangimento - intellectually (en) - επίσημα, σοβαράsolenemente - άξεστα, τραχιά, χυδαίαcom grosseria - απαίσιος, τρομακτικός, τρομαχτικός, φρικτόςatroz, feio, terrível - απαίσιος, τρομακτικός, φοβισμένοςassustado, assustador, espantoso, medonho, pavoroso, temível, terrível - απειλητικός, αποκρουστικόςameaçador, assustador - ανατριχιαστικός, εφιαλτικός, φρικιαστικόςarrepiante, arripiante, horripilante - έντρομοσ, τρομακτικόσ, τρομαχτικόσ, φοβιτσιάρησacanhado, amedrontado, assustado, assustador - γενναίος, τολμηρός, τρομερόςcorajoso - αρρωστημένος, μακάβριοςde mau gosto, macabro - impropriamente - άφοβα, ακλόνητα, ανενδοτώσ, ατρόμηταdestemidamente, inabalavelmente, intrepidamente - έξυπναinteligentemente - ευγενικάcortesmente, cortêsmente, educadamente - άξεστα, αγενώς, χυδαίαcom má educação, descortesmente, grosseiramente - εγκάρδιαcom vontade, cordialmente - αξιέραστα, εγκάρδια, ευγενικά, καλοδιάθετα, προσηνώς, φιλικάafavelmente, amavelmente, bondosamente, com bom humor - απειλητικά, δυσοίωναde modo ameaçador - ατρόμητος, γενναίοςintrépido, sem medo/ADJ – destemido - horrifyingly (en) - ντροπαλόςassustado, assustador, terrível - θαρραλέοςcorajoso - φρικιαστικάhorrivelmente - γενναίοςvalente - δειλόςassustado - λιγόψυχοςreceoso, tímido - acanhado, envergonhado, tímido - υπεροπτικάarrogantemente - βεβαίωσindubitavelmente - άπληστα, λαίμαργαavidamente - churlishly, surlily (en) - volitionally, willingly (en) - λεπτομερήςdetalhado, exaustivo, pormenorizado - βιαστικός, πεταχτόςde relance, superficial - equably (en) - τρομερά, φοβερά - μετά χαράςalegremente, com muito gosto, de boa vontade - gluttonously (en) - com má vontade, relutantemente - αγαλλιασμένος, κεφάτοςalegre, contente - εύθυμος, ζωηρός, κεφάτος, φαιδρός, χαρωπόςalegre, contente, feliz, vivo - ριψοκίνδυναdescuidadamente, temerariamente - ηρωικάheroicamente - απαθώςimpassivelmente - καθιστώ προσωπικόν, προσωποποιώtomar um assunto como pessoal, tornar pessoal - γνωστικά, συνετά, φρόνιμαcriteriosamente - επιεικώςbenevolamente - drippily, mawkishly (en) - μονότοναmonotonamente - φλεγματικώσ - μικροσκοπικάdebilmente, justo - αισθησιακάsensualmente - solitarily (en) - στωικώσ - γενναίαvalentemente - vorazmente - αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω , κατανοώcompreender, perceber - αντιλαμβάνομαιcompreender - αντιλαμβάνομαι, αντιλαμβάνομαι σωστά, εννοώ, καταλαβαίνω, καταλαβαίνω καλά, κατανοώ, συναισθάνομαι, συνειδητοποιώacertar, reconhecer - λαμβάνω γνώση, ξέρωsaber - έχω μάθει, γνωρίζω, ξέρω απ' έξωconhecer - έχω οικειότητα με κπ., μαθαίνω, ξέρω - βιώνω, ζωexperimentar, viver - ξέρω - συγχέωconfundir - αντιλαμβάνομαι τι υπονοεί ένα κείμενο, μαντεύω τι υπονοεί ένα κείμενοler nas entrelinhas - ερμηνεύωanalisar, construir, explicar, interpretar, traduzir - εκλαμβάνω, παίρνω - ιπποτικόςcavalheiresco - άξεστος, απότομοςbrusco, desabrido - γίνομαι, διαμορφώνομαι, καθίσταμαι - προβλέπωantever, prever - βοηθώ στις πωλήσεις, πουλώvender - μεταπείθω, παίρνω με το μέρος μουconquistar, convencer, persuadir - αποτρέπωdissuadir - Πιαζέ, Πιαζέτ - B. F. Skinner, Burrhus Frederic Skinner, Fred Skinner, Skinner (en) - afetivo - ενδόμυχος, εσωτερικός, μύχιοςsecreto - περιγράφω, χαρακτηρίζω, χαρακτηρίζω κπ. ωςdescrever - εμμονή, επιμονήinsistência, perseverança - aggro (en) - αγωγή, ανατροφή, πράξειςcomportamento, feitos - συμπεριφορά - κρύος, ψυχρόςfrio - διανοητικόςintelectual - έξυπνος, ευφυής, οξύνουςinteligente - εκούσιος, εκ προθέσεως, εσκεμμένος, σκόπιμοςintencional - ακούσιοσ - introspectivo - fazer, obrigar - fuck off, jack off, jerk off, masturbate, she-bop, wank (en) - υπάκουοςobediente - αντίθετος, δύστροποςcontrário, voluntarioso - επίμονος, ισχυρογνώμων, ξεροκέφαλος, πεισματάρηςobstinado, voluntarioso - πάω γυρεύοντας, προκαλώatrair - αποσπώ, εκμαιεύω - fire up, heat, ignite, inflame, stir up, wake (en) - assure, reassure (en) - ανάβω, αρπάζομαι, γίνομαι μπαρούτι, εξάπτομαι, ερεθίζομαι - εμπνέω φόβο, ξαφνιάζω κπ., σκιάζω, τρομάζω, τρομάζω κπ., τρομοκρατώ, φοβίζωassustar, espantar, sobressaltar - προκαλώ φρίκη, σοκάρωescandalizar, horrorizar - αναστατώνω, αποθαρρύνω, διαταράσσω, ξεσηκώνω, ταράζωperturbar - die (en) - αποθαρρύνω, αποκαρδιώνω, εκφοβίζω, πτοώ, τρομοκρατώintimidar - εξαγριώνω, εξοργίζωenraivecer - αναστατώνω, απορυθμίζω, αποσυντονίζω, διαταράσσω, εξοργίζω, συγχίζω, ταράζω, ταράσσω, φέρνω σε δύσκολη θέσηembaraçar - μπερδεύω, προκαλώ σύχγυση, σαστίζωaturdir - εμπλέκομαι σε οικονομικά προβλήματα, ντροπιάζω, προσβάλλω, φέρνω σε δύσκολη θέσηembaraçar, envolver em dificuldades financeiras - υποφέρωsofrer - perder - απογοητεύω, αποτυγχάνω να βοηθήσω σε κτ.decepcionar, desapontar - εξευτελίζω, μειώνω, ταπεινώνωabaixar, abater, humilhar, rebaixar - εξευτελίζω, ταπεινώνω, υποβιβάζωrebaixar - ελαττώνω, μειώνωreduzir - περιορίζω, συγκρατώcontrolar-se - αναπτερώνω, εγκαρδιώνω, εμψυχώνω, ενθαρρύνωelevar, exaltar, extasiar-se, transportar - εγκαρδιώνω, εμψυχώνω, ξαναζωντανεύωanimar, encorajar, estimular, incitar - εγκαρδιώνω, εμψυχώνω, ενθαρρύνω, ενισχύω, συμπαραστέκομαι, υποστηρίζωencorajar, incentivar - αποθαρρύνω, αποκαρδιώνω - dishearten, put off (en) - καίγομαι - αλαζονικός, επηρμένοςarrogante, presunçoso - αγέρωχος, αλαζονικός, υπεροπτικός, υπερφίαλος, υπερόπτηςaltaneiro, arrogante, desdenhoso - επηρμένος, ματαιόδοξος, ξιπασμένος, που έχουν πάρει τα μυαλά του αέραconvencido, vaidoso - προσεκτικός, συνετόςatento, cuidadoso, que não esquece - υπεύθυνοςresponsável - ευαισθητοποιώ - διεγείρω, εξάπτω, ξεσηκώνω, συγκινώcomover, despertar, excitar - διαβολικόσ, σκανδαλιάρικοςendiabrado - μετρημένος, σοβαρόςsóbrio - βρίσκω - αντιμάχομαι, αντιστρατεύομαι, καταπολεμώ, στρατεύομαιlutar, militar, pugnar - επηρεάζωinfluenciar - χαρακτηρίζωcaracterizar - behavioral, behavioural (en) - αντισημιτικόςanti-semita - image, persona (en) - κεφάλι, κεφαλή, μυαλόcabeça - ασυνείδητοinconsciente - εξυπνάδα, ευφυΐα, νοημοσύνη - μυαλό, νοημοσύνη, νοητική ικανότητα, ευστροφία, εξυπνάδα, ευφυϊα - δόλος, εξαπάτηση, επιδεξιότητα, ευστροφία, πανουργία, πονηριάagudeza, astúcia, manha, simulação, velhacaria - καθυστέρηση ανάπτυξης, οπισθοδρομικότηταatraso - ικανότητα, χάρισμαhabilidade/condão - έγνοια, ευθύνη, καθήκον, μέλημαpreocupação, responsabilidade - πλάσμα, πράγμα, υποθέσεις, υποκείμενο, υπόθεσηassunto, caso, coisa - torre de marfim - anima (en) - ανάμειξη, ενδιαφέρον, μπλέξιμο, προσοχήenvolvimento - αναστάτωση, αταξίαconfusão - αμηχανία, ματαίωση, σάστισμαestupefacção, perplexidade - απορία, μπέρδεμα, περιπλοκή, σύγχυσηperplexidade - αίνιγμα, γρίφος, μυστήριο, μυστικόadivinha, enigma, misterio, mistério - δίλημμαdilema - βεβαιότητα, πεποίθηση, σιγουριάcerteza - αυτοπεποίθηση, βεβαιότηταauto-confiança, segurança - πεποίθησηcerteza, temeridade - πίστη - αβεβαιότητα, αμφίβολη εντιμότητα, αμφιταλάντευση, δισταγμόςdubiedade, dúvida, incerteza - έλλειψη εμπιστοσύνης, δυσπιστία, καχυποψία, υποψία, φόβοςapreensão, desconfiança - αρχή, ηθικός κανόνας, κανόναςprincípios - ψυχολογίαpsicologia - γνωστική ψυχολογία - εξελικτική ψυχολογία, παιδική ψυχολογία - πειραματική ψυχολογία - ψυχοφυσική - μπιχεβιορισμός, μπιχεβιοριστική ψυχολογίαbehaviorismo - νευροφυσιολογία, νευροψυχολογία, ψυχοφυσιολογία - ψυχομετρία - configurationism, Gestalt psychology (en) - κοινωνική ψυχολογία - δυναμική κοινωνικών ομάδων - voice (en) - παραψυχολόγος - ψυχολόγοςpsicóloga, psicólogo - Carl Gustav Jung, Carl Jung, Jung (en) - quociente intelectual - εξαιρετική ευτυχία, ευδαιμονία, μακαριότητα, στον έβδομο ουρανόcontentamento, sétimo céu, sétimo-céu - αβουλία, αβουλησία - anhedonia (en) - ύπνωσηhipnose - αυθυποβολήauto-sugestão - υποχονδρίαhipocondria - υπερένταση - λογικότηταmoderação - μελαγχολία - irritação - συνειρμός, σύνδεσμοςlembranças - humor[Domaine]

-

 


   Publicidade ▼