Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

ικανόςcompetente - βασικά, θεμελιακά, στην ουσίαbasicamente, fundamentalmente - άφθονος, ἀφθονοςabundante - άφθονος, ενθουσιώδης, υπεράφθονος, υπερβολικόςexcessivo, exuberante - accessible (en) - acessível, fácil de se conseguir - ακριβώσa medida que - convencionalmente - claramente - ειδικά, ρητά, συγκεκριμέναespecificamente - diretamente, imediatamente - analogicamente - κατεξοχήν, κυρίωςprincipalmente, sobretudo - αξιοπρεπήσ, δύσκαμπτοσ, πομπώδησafectado, enfático, fingido - παράξεναespecialmente, peculiarmente - αδιαμφισβήτητα, μια για πάνταconclusivamente, uma vez de por todas - θλιβερά, θλιμμένα, μοναχικάaflitivamente, deploravelmente, lamentavelmente, tristemente - κανονικά, κατά κανόνα, συνήθως, συστηματικά, τακτικά, φυσιολογικάhabitualmente, normalmente, regra geral, vulgarmente - ακανόνιστα, αναξιόπισταerraticamente - abstractly (en) - μη πνευματικός, υλικόςmaterial - αλλόκοταgrotescamente - διπρόσωπος, υποκριτικόςhipócrita - alternately (en) - αρμόδιος, κατάλληλος, σωστόςcorrecto, correto, justo - αξιοσημείωτα, ειδικότερα, ιδιαίτεραmanifestamente, notavelmente - κατάλληλα, καταλλήλως, όπως αρμόζειadequadamente, convenientemente - inappropriately, unsuitably (en) - αρμόδιος, εύστοχος, κατάλληλος, ταιριαστόςadequado, apropriado, certo, idôneo - με κακία, μοχθηράmaldosamente, malevolamente - έντονα, από κοντάde perto - γοητευτικός, δελεαστικός, ελκυστικόςatraente - γοητευτική, γοητευτικό, γοητευτικός, μαγευτικός, συναρπαστικόςcativante, enfeitiçado, fascinante - αντιθέτωςpelo contrário - απολαυστικόςatractivo - ελκυστικόσ, φαιδρόσ, ωραίοσalegre, atraente, cativante, encantador, insinuante, jovial, sedutor - ριζικά, ριζοσπαστικάradicalmente - εξαιρετικάexcepcionalmente - αποκτούμενος, διαθέσιμος, που μπορεί να αποκτηθείobtenível - για πούλημα, προς πώλησηà venda, vende-se - πολύ καλά, ωραίαagradavelmente - ανεπίτευτοσ, δυσεύρετοσnão obtenível - regularmente - κατά λάθος, λαθεμέναerradamente, erroneamente, por engano - γενναιόδωρα, φιλελεύθεραgenerosamente, liberalmente - inconveniently (en) - ευκατάληπτα, καταληπτώσ, κατανοητάinteligivelmente - unintelligibly, ununderstandably (en) - unjustly (en) - κατά το έθιμο, συνήθωσhabitualmente - πνευματικάespiritualmente - βαρετά, κουραστικώσcansativamente, fastidiosamente - έξοχος, λαμπρός, πανέμορφος, υπέροχος, ωραιότατοςbelo, delicioso - εύμορφοσ, ωραίοσ - γοητευτικός, πανέμορφοςencantador - αξιέπαιναadmirávelmente, louvavelmente - ευχάρισταagradavelmente - desagradavelmente - μόλις, παρά τρίχαpor pouco, por uma unha negra - ευγενικόςbondoso, gentil - πιστάfielmente - agradavelmente, deliciosamente, prazerosamente - αμυδρά / αόρισταvagamente - ανέντιμαcom desonestidade, tortuosamente - ειδικά, ιδιαίτεραem particular, especialmente, excepcionalmente, particularmente - εσωτερικάinternamente - fosforescente - καλοκάγαθαbondosamente - άδικαinjustamente - consequentially (en) - απίστευτα, με ελάχιστες ή χωρίς πιθανότητεςimprovavelmente, incrivelmente - παράλογαabsurdamente - αγενώσ, αναξιοπρεπώς, επαίσχυντα, ευτελώσignobilmente - απαίσια, δυσάρεσταofensivamente - αξιοκαταφρόνηταbaixamente, desprezivelmente - διαμετρικάdiametralmente, diretamente - δυσάρεστα, με δυσαρέσκειαdesagradavelmente - αισχρά, αναξιοπρεπώς, ατιμωτικά, επαίσχυνταsem honra, vergonhosamente - ανέντιμαdesonestamente - υποκριτικάhipocritamente - πιστάfielmente, lealmente - άπισταdeslealmente - απόκοσμα, παράξεναassustadoramente - effectually (en) - effectively, efficaciously (en) - άνισαdesigualmente - επικίνδυνα, προδοτικώσ, ύπουλαtraiçoeiramente - faultily (en) - λαμπράesplendorosamente - απαίσια, φριχτάhorrorosamente - κάθεταperpendicularmente, verticalidade, verticalmente - όμοιαidenticamente - ασπριδερός - γλαφυρός, πολύχρωμος, χρωματιστόςcolorido, vivo - άχρωμοςincolor - bewildering (en) - διαφανήσ, ημιδιαφανήςtranslúcido - βία, ενέργεια, επιρροήcapacidade, energia, poder, potência, ser capaz de - θολόσbarrento, toldado, túrbido, turvo - glauco - γαλακτερός, γαλακτώδηςleitoso - δουλικά, δουλοπρεπώςservilmente - perfidiously (en) - αρμοδίωσ - όμορφαlindamente - αξιέπαινα, αξιοπίστωσcom mérito, honrosamente - democratic, popular (en) - frequent (en) - general (en) - βασικόςpadrão, uniformizado - ασυνήθιστος, εξαιρετικός, ιδιαίτερος, ξεχωριστόςexcepcional - σπάνιος - σπάνιοςincomum, invulgar - συνήθης, συνηθισμένοςhabitual, usual - εθιμοτυπικός, καθιερωμένος, συνήθης, συνηθισμένος, τακτικόςacostumado, do costume, habitual - κοινός, λαϊκόςplebeu - ατομικός, μεμονωμένος, ξέχωροςindividual - ξεχωριστός, συγκεκριμένοςespecífico - αντίστοιχος, ξεχωριστόςrespectivo - μεμονωμένοςdistinto, separado - tacitamente - αμετάβλητωσdefinitivamente - ανάξια, αναξίωσindignamente - χρήσιμα, ωφέλιμαutilmente - απαίσια, φρικτάhorrivelmente - wholeheartedly (en) - ειδικάespecialmente - immediately (en) - αμέσωςimediatamente - κατευθείανdirectamente, diretamente - συμβατικός, τυπικόςconvencional - αλλόκοτος, εκκεντρικός, παράδοξος, παράξενοςbizarra, bizarro, esquisito, estranha, estranho - υλικόςfísico, material - λαθεμένοςerróneo - αληθοφανήσ, αξιόπιστος, πιστευτόςacreditável, plausível - απίστευτος, εκπληκτικόςinacreditável, incrível - ακατανόητος, βαρύς, ζόρικος, κοπιώδηςdifícil, duro, edifícil, exigente, fastidioso - δυσκολομεταχείριστος, δύσκολος, λεπτόςdelicado - serious (en) - δύσκολος, ενοχλητικός, προβληματικόςaborrecido, incomodativo, incómodo, maçante, perturbador - εύκολος - απλός, καθαρός, σκέτος, στοιχειώδηςelementar, simples - αβρός, γλυκομίλητοςsuave - direct (en) - agudo, ríspido, severo - αποδοτικός, αποτελεσματικός, δραστικός, εντυπωσιακός, τελεσφόροςeficaz, eficiente, vistoso - εφαρμοστός, στενόςapertado - αυτόσ που απέχει εξ ίσουequidistante, eqüidistante - ισόπλευροςequilátero - βασικός, στοιχειώδηςbásico - crinkled, crinkly, rippled, wavelike, wavy (en) - σιωπηλόσ, σιωπηρόσ, σκωπηρόσimplícito, tácito - εσωτερικόςinterior, interno - εσωτερικός, εσώτεροςinterior - εξωτερικός, που φαίνεταιexterior - desconhecido, estranho - λειτουργικόςfuncional - γενικός, καθολικόςgeral - ειδικός, συγκεκριμένοςespecífico - γενναιόδωροςgastador, generoso, liberal - σπάταλοσmagnânimo, muito liberal, munificente - άθλιος, δύστροπος, παρακατιανός, σκληρός, τσιγγούνησhumilde, mau - parsimonious, penurious (en) - γερός, ευεργετικός, ευχάριστος, ευχαριστημένος, καλός, κεφάτος, που είναι σε καλή κατάσταση, υγιής, ωφέλιμοςbenéfico, bom - ευπρόσδεκτοςagradável - βολικός, κατάλληλοςconveniente - άθλιος, φρικτόςhorrível - negative (en) - αγαθός, ευγενικός, ικανοποιητικός, καλός, λογικόςbom - κακόςescuro - ανόσιος, ασεβής, δαιμονικόσ, δαιμόνιος, διαβολικός, εξωφρενικός, παράλογος, σατανικόςdemoníaco, diabólico, dos diabos, irreverente, satânico - μεφιστοφελικόσmefistofélico - ευτυχισμένοσ, μακάριοςbem-aventurado, ditoso - χαμηλόςbaixo, inferior - ανθρώπινος - ανθρωπιστικός, ανθρώπινοςhumano - κτηνώδης, χυδαίοςabrutalhado, animalesco, bestial, brutal - μικρόςpequeno - εξαιρετικός, ισχυρός, μεγάλος, ουσιώδης, σημαντικός, σπουδαίος, υψηλόςalto, considerável, de peso, econsiderável, essencial, fundamental, grande, importante, significativo - grande, importante - βασικός, θεμελιώδης, καίριος, κύριος, σημαντικόςcardeal, central, essencial, fundamental, principal - ανώτερος, κυριότερος, κύριος, ο κύριος, ο πιο σημαντικός, πρωταρχικόςprincipal - ιστορικόςhistórico - sério - estratégico - πολύτιμοςvalioso - ασήμαντοσfútil - ενδιαφέρωνinteressante - γοητευτικός, συναρπαστικόςabsorvente, cativante, emocionante, intrgante, intrigante - ανιαρός, βαρετός, βαρύς, ενοχλητικός, κουραστικός, ψυχοφθόροςaborrecido, cansativo, enfadonho, fastidioso, maçador - για άντρα, μεγάλος σε μέγεθος, που είναι μεγάλου μεγέθουςalto, farto, grande - πλατύς, σε φάρδος, φαρδύςarregalado, de largo - ογκώδηςvolumoso - ευρύχωροςespaçoso, vasto - καταπληκτικός, κολοσσιαίοςastronómico, colossal, estupendo - διπλάσιος, διπλόςduplo - τεράστιοςenorme - γιγάντιος, γιγαντιαίοςgigante, gigantesco - γιγάντιος, πελώριος, τεράστιοςgigantesco - απέραντοςimenso, vasto - πελώριος, τεράστιοςenorme, muito grande, que bate - μικρο-, μικροκαμωμένος, μικροσκοπικόςdiminuto, micro, micro-, minúsculo, muito pequeno, pequena, pequenino - εικονικός, κλασματικός, μικροσκοπικός, συμβολικόςmínimo, minúsculo, nominal - ήπιος, ε λαφρός, επιεικήςsuave - εντατικόςintensivo - απαίσιος, δεινός, σοβαρός, τρομερόςsério - strong (en) - εξωφρενικός, υπέρμετροσ, υπερβολικόςexcessivo, exorbitante - εξωφρενικόςexorbitante, exorbitante/excessivo - ολοκληρωμένος, ριζικός, ριζοσπαστικόςextremista, radical, ultra - ηθικόςmoralista - άσωτος, έκφυλος, ακόλαστος, ανήθικος, εκφυλισμένοςdegenerado, devasso, dissoluto - natural (en) - απεχθής, αποκρουστικός, απωθητικόςdetestável, repelente - άθλιος, αηδιαστικός, αντιπαθητικός, βρομερόςdesagradável, nojento, repugnante - παλαιός, πρώην , τέωςantigo - καινούριος, νέα, νέο, νέος, πρωτόγνωρος, πρόσφατοςfresco, novo - recent (en) - unused (en) - virgin (en) - ηλικίας, ηλικιωμένοςcom a idade de, idoso - maior de edade - επίτιμοσ - ανώριμος, νέος, νεανικόςjovem - έφηβος, εφηβικόςadolescente - κοριτσίστικη, κοριτσίστικο, κοριτσίστικοςjovem - μικρόςpequeno - κοινός, μέτριοςmedíocre - καλούτσικος, μέσος, μέτριοςmediano, médio, medíocro, suficiente/razoável - κοινός, συνήθης - κοινός, συνηθισμένοςhabitual/corriqueiro - θαυμάσιος, θαυμαστός, καταπληκτικός, τεράστιος, τρομερός, φανταστικόςenorme, extraordinário, fabuloso, maravilhosa, maravilhoso - πρωτότυποςoriginal - καινούριος, πρωτοποριακόςinsólito, novo - groundbreaking, innovational, innovative (en) - κοινότοπος, τετριμμένοςbanal, batido, gasto, trivial - αποδεκτόςadmissível - απολαυστικός, ευχάριστοςagradável - θετικά φορτισμένος, θετικός, κατηγορηματικός, σαφήςpositivo - αρνητικός - ουδέτερος - δραστικός, δυνατός, ισχυρόςforte - πιεστικόσcoercivo - potent, strong (en) - ισχυρόσ, σθεναρόσvigoroso - αδύναμος, ανήμπορος, ανίσχυροςimpotente - αξιοπρεπής, ευπρεπής, καθωσπρέπει, ταιριαστός, όμορφοςatraente, correcto, decente - αυστηρά τυπικός, πουριτανός, σεμνότυφοςcerimonioso, puritano, virtuoso - άψογος, ανόθευτος, καθαρόςpuro - γερός, υγιήςforte - αδικαίωτοσ, αναιτιολόγητοσ - κανονικόςregular - καθημερινόςdiariamente, diário, por dia, quotidiano, todo o dia/cotidiano - official, prescribed (en) - ίδιος, παρόμοιος, που δεν έχει αλλάξει, όμοιοςmesmo, semelhante - διαφορετικός - διάφορος, ποικίλοςvário - παρόμοιος, όμοιοςparecido, semelhante, similar - μη ικανοποιητικός - αξιόλογος, που έχει ειδικό νόημα, σημαντικός, σπουδαίοςimportante, significativo - ασήμαντη, ασήμαντο, ασήμαντος, επουσιώδηςinsignificanta, insignificante - βασικός, θεμελιώδηςelementar, essencial, fundamental, primário - περίπλοκοςintricado - μπερδεμένος, περίπλοκοςcomplicado - composite (en) - συκοφαντικόσ, ψευτοκολακευτικόσadulador, lisonjeiro - ίσιος, ευθύς - ροζιασμένοςretorcido - tortuous, twisting, twisty, voluminous, winding (en) - έντονος, γερός, δυνατός, ισχυρόςpotente - αδύναμος - αρκετός, επαρκής, ικανοποιητικόςbastante, suficiente - ανεπαρκής, ανεπαρκώςinadequado, insuficiente, insuficientemente - ανεπαρκής, λιγοστός, τοσοδούληςescasso - superior - άριστος, έξοχος, εξαιρετικός, θαυμάσιος, υπέροχοςeexímio, excelente, exímio - άριστος, εξαίρετος, επιδοκιμαστικός, επιθυμητός, καλής ποιότητας, σωστός, ωραίοςbelo, bom - ανάξιος, ασήμαντοςbarato, desprezível, inútil, ordinário - εμπορικός, επικερδήςrentável - μέτριοςmedíocre - αραχνοΰφαντοςdiáfano, transparente - εξυπηρετικός, πρόθυμος να βοηθήσειútil - μάταιοςinútil, vão - ποικιλόχρωμοςvariado - μεταβλητόςvariável - επαναληπτικόσiterativo - μη ενθουσιώδης, χλιαρόςmorno, tépido - περιορισμένος, στενόςestreita, estreito, limitado - cilíndrico - ανεκτόσ, υποστηρικτόσ - αλτρουισμός, ανιδιοτέλειαaltruísmo - εκτίμηση, ευγένεια, νοιάξιμο, στοχασμός, στοχαστικότητα, υπόληψηatenção - αβρότητα, διακριτικότητα, διπλωματικότητα, λεπτότητα, τακτdiplomacia, discrição, tacto - διπλωματία, διπλωματικότητα, ευαισθησία, λεπτότηταdelicadeza, subtileza - αρετή, ηθική ανωτερότηταvirtude - αρετήvirtude - δίκαιο, δικαιοσύνη, δοκαιοσύνηequidade, justeza, justiça - δίκαιο, δίκιοrazão - ανθεκτικότητα, αντοχή, ευρωστία, ρωμαλεότητα, ρώμη, τόλμηrobustez, vigor - θάρρος, κουράγιο, κότσιαcoragem - αντοχή, δύναμηvitalidade - αχίλλειος φτέρναcalcanhar de Aquiles - ρυθμόςvelocidade - aceleração[Domaine]

-

 


   Publicidade ▼