Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

amélioration finale d'un travail (fr)[ClasseParExt.]

fait de s'accomplir (fr)[Classe]

factotum (en)[Domaine]

Process (en)[Domaine]

SubjectiveAssessmentAttribute (en)[Domaine]

λήξη, τερματισμόςterminação, termino[Hyper.]

ολοκληρώνω επιτυχώςacabar, completar[Nominalisation]

δικό μου καταλήγω σε άσχημη κατάσταση με φταίξιμο, καταλήγω, καταλήγω σε άσχημη κατάσταση με δικό μου φταίξιμο, καταντώ, μπλέκωacabar, acabar em, acabar por, aportar - αποτελειώνω, συμπληρώνωacabar, completar, conseguir, encerrar, finalizar, sair bem, ter êxito, terminar - διεκπεραιώνω, ολοκληρώνωarrematar, atingir, terminar - κορυφούμαι, κορυφώchegar, culminar - acabar - κλείνω, ολοκληρώνωacabar, terminar[Dérivé]

ολοκλήρωσηconsumação - consumação - τελείωμαacabamento - οριστικοποίησηfinalização - follow-through (en) - follow-through (en) - graduation (en)[Spéc.]

δικό μου καταλήγω σε άσχημη κατάσταση με φταίξιμο, καταλήγω, καταλήγω σε άσχημη κατάσταση με δικό μου φταίξιμο, καταντώ, μπλέκωacabar, acabar em, acabar por, aportar - αποτελειώνω, συμπληρώνωacabar, completar, conseguir, encerrar, finalizar, sair bem, ter êxito, terminar - διεκπεραιώνω, ολοκληρώνωarrematar, atingir, terminar - κορυφούμαι, κορυφώchegar, culminar - acabar - κλείνω, ολοκληρώνωacabar, terminar[Dérivé]

conclusão (n.) • culminação (n.m.) • finalização (n.) • ultimação (n.m.) • αποτελείωμα (n.) • ολοκλήρωση (n.) • περάτωση (n.) • συμπλήρωση (n.)

-

 


   Publicidade ▼