Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

probabilidadeπιθανότητα - quantum (en) - preço, valor económicoαξία, οικονομική αξία - θεμελιώδης μονάδα - καθορισμένη ποσότητα - ακαθόριστη ποσότητα - σχετική ποσότητα - σύστημα μέτρησης - cordage (en) - octanagem - magnetisation, magnetization (en) - capacidade, volumeόγκος - volumeόγκος - βαθμός περιεκτικότητας - unidade de tempo, Unidades de tempoμονάδα χρόνου - σημείο - Peçaσεζόν - intervalo, intervalo de tempo, tempoδιάστημα - radical (en)[Spéc.]

mensural (en) - mensurar, quantificarκαταμετρώ - medir, mensurar, pesarζυγίζω, μετράω, μετρώ με μετρητή, μετρώ προσεκτικά - agradecer, apreciar, avaliar, examinar, inspeccionarαξίζω, αξιολογώ, εκτιμώ - adicionar, ficar por, montar a, significar, somarαθροίζω, ανέρχομαι, ανέρχομαι σε, γίνομαι, ισοδυναμώ[Dérivé]

uniformizadoκαθιερωμένος, κανονικός, συνηθισμένος - ανεπίσημος[Dériv.]

magnitude (n.) • medida (n.) • número (n.) • quantia (n.) • quantidade (n.) • ποσότητα (n.) • σύστημα μέτρησης (n.)

-

 


   Publicidade ▼