Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

μονάδα, σύνολο, το σύνολο, όλοunidade - γούριamuleto, talismã - αξιοπερίεργο αντικείμενο, ασυνήθιστο ή σπάνιο μικροαντικείμενο, παράξενοcuriosidade, horror, raridade - κλήρωσηextracção, sorteio - λεπτό στρώμαpelícula - hoodoo (en) - je ne sais quoi (en) - αναμνηστικό, ενθύμιοrecordação, relíquia, suvenir - filler, makeweight (en) - μέρος, τμήμαparte, porção - αντικείμενα θεατρικής παράστασηςadereço - snake (en) - αμελητέο, ανούσιες λεπτομέρειες, κάτι ασήμαντο, κτ. ασήμαντο και ευτελέςbagatela, minúcia, nulidade, uma insignificância - αντικείμενο, μικροαντικείμενα, πράγμα, υλικόcoisas - paring (en) - catch (en) - discard (en) - finding (en) - floater (en) - fomite, vehicle (en) - προϊόν εξέλιξηςacréscimo, crescimento - head (en) - ice (en) - έδαφος, γαία, γη, ξηρά, στεριά, στεριαrelevo, relevo (geografia), solo, terra, terra firme, terreno - χώμαchão, solo, solos, terra - φεγγάριlua - vizinho - απομεινάρια - ribbon, thread (en) - shiner (en) - πλανόβιοςvagabundo - parede, paredes - ιστός, πλέγμαteia de aranha - ουσία, ύληmatéria, substância - αγαθά, αγαθό, προϊόνartigo, artigos, bem, Bens, fazenda, mercadoria, objecto posto à venda, produto - υδάτινο σώμαágua, corpo de água, Corpos de água, massa de água, oceano - κλειστός χώρος - χώροςextensão - μέρος, τοποθεσίαlocal, lugar, ponto - commemorative (en) - σχηματισμός - hail (en)[Spéc.]

objectif (fr)[Rel.Prop.]

externalizar[Dérivé]

objeto (n.m.) • objeto físico (n.) • άψυχο αντικείμενο (n.)

-

 


   Publicidade ▼