Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

διαμέτρημα, ικανότητα, ολκή, ποιότηταcalibre, qualidade - ανωτερότητα, υπεροχήsuperioridade[Dérivé]

`σούπερ!`, ειδικός, καταπληκτικό, καταπληκτικόω, πρώτης κατηγορίας, πρώτης τάξης, πρώτος, σπουδαιότεροςbacana, de primeira classe, excelente, giro, perito - banner (en) - blue-ribbon, select (en) - estupendo, formidável, moderno, ótimo, principal - luzente - έξοχοςcapital{{m}}, excelente - άριστος, ασυναγώνιστος, που προορίζεται για τους εκλεκτούςescolhido, perfeito, selecto, sem igual - άριστος, έξοχος, εξαιρετικός, θαυμάσιος, υπέροχοςeexímio, excelente, exímio - de confiança - high-performance (en) - εξαίρετοςdestacado, excelente - premium (en) - autêntico, genuíno, permanente, solidamente construído, verdadeiro - shining (en) - spiffing (en) - ανώτατη, ανώτατο, ανώτατος, υπέρτατος, ύπατος, ύψιστοςsuprema, supremo - θαυμάσιοσ, υπερβάλων, υψούμενοσbrilhante, excelente, ótimo - transcedente - weapons-grade (en) - delicado, difícil, fino, frágil, melindroso - μέγιστοσo maior, superior[Similaire]

κατώτερης ποιότητας, κατώτεροςinferior[Ant.]

superior (adj.)

-

 


   Publicidade ▼