Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

επικίνδυναarriscadamente, perigosamente[Adv.]

dangerousness (en)[Propriété~]

επικινδυνότητα, κίνδυνοςameaça, perigo, risco - κίνδυνος[Dérivé]

επικίνδυνοςperigoso - δύσκολος, επικίνδυνος, παρακινδυνευμένος, ριψοκίνδυνοςarriscado - απελπισμένοςdesesperado, desesperado(a), desesperador - επικίνδυνοςperigosa, perigoso - insidioso - mordacious (en) - on the hook (en) - νοσηρόςarriscado, delicado, periculoso, perigoso - με τάσεις αυτοκτονίας, που μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή ή το θάνατοauto-destrutivo, suicida - επικίνδυνος, ύπουλοςtraiçoeiro[Similaire]

σώοςsalvo, seguro[Ant.]

perigosa (adj.) • perigoso (adj.) • επικίνδυνη (adj.) • επικίνδυνο (adj.) • επικίνδυνος (adj.)

-

 


   Publicidade ▼