Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

αρκώ, κάνωatender, bastar, satisfazer, ser suficiente - κάνωchegar para, cobrir[Spéc.]

ευχάριστος, ικανοποιητικόςagradável, satisfatório[Qui~]

ολοκλήρωσηrealização - satisfação - ευαρεστών, ικανοποιών - ικανοποιητικός, σχετικά καλόςnão é mau, satisfatório[Dérivé]

υπολείπομαι των προσδοκιώνdececionar[Ant.]

cumprir  • realizar (v.) • responder (v.) • responder a (v. trans.) • satisfazer (v.) • viver à altura de  • ανταποκρίνομαι σε (v.) • εκπληρώνω (v.) • ζω σύμφωνα με  • ικανοποιώ (v.) • κάνω κπ. να ευχαριστηθεί (v.) • καλύπτω (v.) • τηρώ

-

 


   Publicidade ▼