Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

convenir à qqch ou qqn (fr)[Classe]

grouper (fr)[Classe...]

concernir a[Classe]

factotum (en)[Domaine]

SubjectiveAssessmentAttribute (en)[Domaine]

ίσον , ισοδυναμώ, ισοφαρίζω, ισούμαι με, κάνωequivaler, ser igual a[Hyper.]

match, mate (en) - αντιστοιχία, ομοιότητα, συμφωνία, σύμπτωσηcorrespondência - conforme - análogo, correspondente[Dérivé]

εξακριβώνομαι - δένω, εναρμονίζομαι, εναρμονίζω, συμφωνώ, συναρμόζομαι, συνδυάζομαι, ταιριάζωcombinar, compatibilizar, estar conforme a, estar em harmonia, harmonizarse[Domaine]

διαφέρω, διαφωνώ, πειράζω, προκαλώ ενόχληση ή πόνοdiscordar, fazer mal[Ant.]

be composed of, be constituted of, be made up of, consist, consist in, consist of (en) - parecer - ανταποκρίνομαιcorresponder - συμφωνώcoincidir, combinar - ευθυγραμμίζωalinhar - correlate (en) - είμαι όμοιος με, συγκρίνομαιigualar - duplicate, parallel, twin (en) - συμφωνώ, ταιριάζωenquadrar - ενισχύω, επαληθεύω, επιβεβαιώνω, επικυρώνω, υποστηρίζωapoiar, confirmar, sustentar - είναι χαρακτηριστικό μου, μοιάζω, μοιάζω με, ομοιάζω, σε κπ., φαίνομαιassemelhar, assemelhar-se a, assemelhe-se, de alguém não ser coisa, parecer-se com - αρμόζω, εναρμονίζομαι, πειθαρχώ, ταιριάζωadequar-se - homologize (en) - ταιριάζωconvir, convir a - δένω, εναρμονίζομαι, εναρμονίζω, συμφωνώ, συναρμόζομαι, συνδυάζομαι, ταιριάζωcombinar, compatibilizar, estar conforme a, estar em harmonia, harmonizarse - pattern (en) - adhere (en) - rima[Spéc.]

coincidente - análogo, correspondente[Qui~]

match, mate (en) - αντιστοιχία, ομοιότητα, συμφωνία, σύμπτωσηcorrespondência[Dérivé]

εξακριβώνομαι[Domaine]

διαφέρω, διαφωνώ, πειράζω, προκαλώ ενόχληση ή πόνοdiscordar, fazer mal[Ant.]

coincidir (v.) • condizer  • corresponder (v.) • ανταποκρίνομαι (v.) • συμπίπτω (v.) • συμφωνώ (v.) • συνδέομαι  • ταιριάζω

-

 


   Publicidade ▼