Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

ανέχομαι, συνεργώpassar ao lado, tolerar - incentivar - spur (en) - διευκολύνω, παίρνω μέρος, συμμετέχω, συμμετέχω σεajudar, concorrer, contribuir a, contribuir para, entrar em, participar em, tomar parte em - carry (en) - feed (en) - οδηγό, συμβάλλω, συντελώconduzir, contribuir, contribuir para, levar a[Spéc.]

progresso - ενίσχυση, ενθάρρυνση, προώθησηincentivo - boost (en) - προαγωγή, προώθησηpromoção - βελτίωση, πρόοδοςmelhoramento, progresso - υποστηρικτήςpromotor - θαυμαστής, λάτρης, υποστηρικτήςapoiante, seguidor[Dérivé]

desenvolver (v.) • promover (v. trans.) • ενθαρρύνω (v.) • προάγω (v.) • προωθώ (v.)

-

 


   Publicidade ▼