Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

κάνω εξυπηρέτηση σε κπ.fazer o favor - πειθαρχώ, πειθαρχώ στους κανόνεςseguir as regras - conform to (en)[Spéc.]

παρακολούθηση, παρατήρηση, τήρηση κανόνων, υπακοήobediência, observação, observância, vislumbre - observação, observância[Nominalisation]

ευπείθεια, συμμορφία, συμμόρφωσηconformidade, submissão - amabilidade, caridade - υποχωρητικόςcomplacente, submisso[Dérivé]

δεν απομακρύνομαι από, δεν εγκαταλείπω, προσκολλώμαι, τηρώmanter-se, manter-se fiel - ακολουθώ, ασπάζομαι, υιοθετώadoptar[Domaine]

acatar (v.) • observar (v.) • respeitar (v.) • sujeitar-se a  • συμμορφώνομαι (v.) • συμμορφώνομαι προς  • τηρώ  • υπακούω (v.)

-

 


   Publicidade ▼