Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

λεοντοποιώcelebrar, visitar lugares interessantes - tolerate (en)[Spéc.]

αξιοσέβαστος, ευπαρουσίαστος, ευπρεπής, ευυπόληπτος, ικανοποιητικόςconveniente, digno, razoável, respeitável[QuiPeutEtre]

observação, observância - respeito - ευγένεια, σεβασμόςrespeito - εκτίμηση, θαυμασμός, σεβασμός, υπόληψηapreço, consideração, deferência, estima, respeito - consideração, estima - εκτιμών, σεβόμενοσ - εκτίμηση, σεβασμόςafecto/admiração, apreço, estima, respeito[Dérivé]

φέρομαι με αγένειαdesrespeitar[Ant.]

homenagear (v.) • honrar (v.) • respeitar (v.) • έχω σε υπόληψη (v.) • σέβομαι (v.) • τιμώ (v.) • υπολήπτομαι (v.) • υπολογίζω

-

 


   Publicidade ▼