Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

unspell (en) - desencadear - bail (en) - soltar - afiançarαποφυλακίζω κπ. πληρώνοντας εγγύηση - conceder livramento condicionalελευθερώ επί λόγω τιμήσ[Spéc.]

élargissement (fr) - relaxation, relaxe (fr) - alforria, liberação, libertaçãoαπελευθέρωση, χειραφέτηση[Nominalisation]

libératoire (fr) - libérateur (fr)[Qui~]

emancipação, libertaçãoαπαλλαγή, απελευθέρωση, κυκλοφορία - homem livre - libertadorαπελευθερώτησ, ελευθερωτής, λυτρωτήσ - liberdadeπροσωπική ελευθερία[Dérivé]

εγκλείω[Ant.]

isentar (v.) • liberar (v.) • libertar (v.) • livrar (v.) • soltar  • απελευθερώνω (v.) • αφήνω ελεύθερο (v.) • αφήνω κπ. ελεύθερο  • ελευθερώνω (v.) • λυτρώνω (v.)

-

 


   Publicidade ▼