Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

incorrer - corral (en) - συγκεντρώνωjuntar, reunir - αναγκάζομαι να χρησιμοποιήσω και τη σκαρταδούρα, συγκεντρώνω με χίλια βάσαναao fundo chegar QUERY, juntar - chunk, lump (en) - δεματιάζωempacotar, enfardar, meter em fardos - πιάνω - fund (en) - fund (en)[Spéc.]

συσσώρευσηacumulação - παραλαβή, συγκέντρωση, συλλογή, σύνολοagregaçao, conjunto, montagem, reunião, tiragem - compilação - επιτομή, περίληψη, συλλογή, σύνοψη, σύνταξη, σύντομη ανασκόπησηcompilação - σειρά, συλλογή, συσσώρευσηacervo, acúmulo, aglomeração, amontoação, chusma, colecção, cúmulo, grupo, montão, multidão, pilha, reunião, ruma[Dérivé]

acumular  • acumular-se (v.) • amontoar (v.) • amontoar-se (v.) • buscar (v.) • coleccionar (v.) • enrolar (v.) • juntar (v.) • reunir (v.) • δημιουργώ  • πηγαίνω και παίρνω (v.) • συγκεντρώνομαι (v.) • συγκεντρώνω (v.) • συγκεντρώνω σε μεγάλη ποσότητα (v.) • συλλέγω (v.) • συναθροίζω (v.) • συσσωρεύω

-

 


   Publicidade ▼