Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

comprarαγοράζω[ClasseHyper.]

se procurer qqch moyennant argent à l'att. de qqn (fr)[ClasseHyper.]

titre et valeur financière (fr)[DomaineCollocation]

commerce (en)[Domaine]

Buying (en)[Domaine]

atingir, comprar, conseguir, obter, receberαποκτώ, λαμβάνω, παίρνω[Hyper.]

dinheiro, divisa, moedaχρήμα, χρήματα[GenV+comp]

aquisição, coisacomprada, compraαγορά - aquisição, aquisitivo, compra, gestão de comprasεξαγορά - comprador, freguêsαγοραστής - aquisiçãoαγορά - ocasião, oportunidade, pechinchaευκαιρία[Dérivé]

apartar, desbastar, destacar, escolher, seleccionar, selecionarδιαλέγω, διαλέγω για τις δύσκολες δουλειές, επιλέγω, ξεχωρίζω, ξεχωρίζω κπ. - câmbio, comércio, trocaεμπόριο - pagar, saldarεξοφλώ, καταβάλλω, ξεπληρώνω, πληρώνω - εξαγοράζω[Domaine]

venderέχω προς πώληση, ανταλλάσσω έναντι χρημάτων, πουλώ[Ant.]

adquirir, tomarπαίρνω - adquirir, comprar - assinar, tomar uma assinaturaγίνομαι μέλος, γίνομαι συνδρομητής, γράφομαι συνδρομητής, είμαι - comprarανάληψη ελέγχου, αναλαμβάνω τον έλεγχο, εξαγοράζω συνεταιρικό μερίδιο - apanharβρίσκω κπ. τυχαία, πετυχαίνω - αγοράζω φαγητό - ΝL[Spéc.]

acheteur (fr)[Qui~]

aquisição, coisacomprada, compraαγορά - aquisiçãoαγορά - comprasτο να κάνει κπ. ψώνια, ψώνια[Nominalisation]

comprar de novo, readquirirαγοράζω πάλι[A Nouveau]

adquirível, à venda, comprável, vende-seγια πούλημα, προς πώληση[QuiPeutEtre]

comprador, freguêsαγοραστής[PersonneQui~]

aquisição, aquisitivo, compra, gestão de comprasεξαγορά - ocasião, oportunidade, pechinchaευκαιρία[Dérivé]

negociarεμπορεύομαι, συναλλάσσομαι - save (en) - fazer comprasκάνω τα ψώνια μου, ψωνίζω - check out (en) - εξαγοράζω[Domaine]

venderέχω προς πώληση, ανταλλάσσω έναντι χρημάτων, πουλώ[Ant.]

adquirir (v.) • atingir (v.) • comprar (v.) • obter (v.) • αγοράζω (v.)

-

 


   Publicidade ▼