» 

dicionario analógico

soulever (fr)[Classe]

deslocar, mover, removerεκτοπίζω, μετακινώ, μετατοπίζω[Hyper.]

alcar, elevação, levantamentoανέβασμα, ανασήκωμα, ανύψωση, ανώθηση - ponte aérea, Transporte aéreo táctico, Transporte aéreo tático, transporte por aviãoαερογέφυρα - ascensor, elevadorανελκυστήρας, ασανσέρ - lift (en) - teleféricoαναθάρρηση, ανελκυστήρας χιονοδρόμων, τελεφερίκ - altitude, alturaυψόμετρο - lift, rise (en) - levantamento crustal, um levantar - declive, elevação, encosta, ladeira, rampa, subidaανάβαση, ανήφορος, ανηφόρα, πλαγιά, ύψωμα - elevaçãoύψωμα - levantador de pesos[Dérivé]

ascender, subirανέρχομαι, ανεβαίνω[Cause]

adquirir, conduzir, levar, tirar, tomar, transmitir, transportar, trazerάγω, αγοράζω, λαμβάνω, παίρνω, πηγαίνω κπ. ή κτ. κάπου, φέρνω[Analogie]

abaixar, baixar, descerκατεβάζω, χαμηλώνω[Ant.]

erguerσηκώνομαι από το κρεβάτι - levantarανυψώνω με γρύλο - pôr ao ombroσηκώνω στον ώμο - kick up (en) - alçar, erguer, içar, levantarσηκώνω - trice, trice up (en) - erguer, hastear, levantarανεβάζω, υψώνω - erguer, levantar - bombearαντλώ - levitar - underlay (en) - skid (en) - pinnacle (en) - prosear - fermentar, imbuir, impregnar, levantar, levedarβάλλω προζύμι - υψώνω - inchar - erguer, levantar novamente, por de pé novamente - erguer, erigir, levantarσηκώνω, υψώνω[Spéc.]

ascensor, elevadorανελκυστήρας, ασανσέρ - alavanca, pé-de-cabraλεβιές, λοστός, μοχλός[CeQui~]

alcar, elevação, levantamentoανέβασμα, ανασήκωμα, ανύψωση, ανώθηση - soulèvement (fr) - levage (fr)[Nominalisation]

élévateur, élévatoire (fr)[QuiSertA~]

leveur, souleveur (fr)[PersonneQui~]

souleveur (fr)[Qui~]

ponte aérea, Transporte aéreo táctico, Transporte aéreo tático, transporte por aviãoαερογέφυρα - lift (en) - teleféricoαναθάρρηση, ανελκυστήρας χιονοδρόμων, τελεφερίκ - altitude, alturaυψόμετρο - lift, rise (en) - levantamento crustal, um levantar - declive, elevação, encosta, ladeira, rampa, subidaανάβαση, ανήφορος, ανηφόρα, πλαγιά, ύψωμα - elevaçãoύψωμα - levantador de pesos[Dérivé]

abaixar, baixar, descerκατεβάζω, χαμηλώνω[Ant.]

alçar (v.) • elevar (v.) • levantar (v.) • subir (v.) • ανυψώνω (v.) • υψώνω

-