Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

dire des choses plaisantes pour faire rire (fr)[Classe]

se promener (pour une personne de la rue) (fr)[Classe]

être en joie (fr)[Classe]

prendre du plaisir (fr)[Classe]

remuer le corps (fr)[Classe]

(ευτυχία; χαρά), (ζαβολιά; αστείο; πλάκα; ανέκδοτο; φάρσα; κτ. που προκαλεί γέλιο)(alegria; prazer), (brincadeira; zombaria; chiste; pilhéria; graça; partida; piada)[termes liés]

(απόλαυση), (διήγηση; εξιστόρηση; διήγημα; αφήγημα; αφήγηση)(prazer; gosto), (diversão), (conto; história; narração; narrativa)[Caract.]

jogar[Hyper.]

άθλημα, άθληση, αθλητισμός, αθλοπαιδιές, σπορdesporto, esporte - escapade, lark (en) - ζωηρή διασκεδαση, κεφάτο παιχνίδι, ξέφρενο παιχνίδιbrincadeira - romper (en)[Dérivé]

διαρκώ, κινούμαι, τρέχωcorrer, durar[Analogie]

 


   Publicidade ▼