Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

offenser qqn (fr)[Classe]

proférer des jurons (fr)[Classe]

σοκάρω; εξοργίζω; προσβάλλω; σκανδαλίζωescandalizar; ultrajar; insultar[ClasseHyper.]

maltraiter qqn (fr)[Classe]

provoquer en duel (fr)[Classe]

(επιφυλακτικότητα; συστολή)(reserva; honra; pudor)[termes liés]

factotum (en)[Domaine]

SubjectiveAssessmentAttribute (en)[Domaine]

αηδιάζωdar asco, enojar, fazer nojo, repugnar[Hyper.]

outrage (fr)[GenV+comp]

σκάνδαλο - βρόμα, δυσφήμιση, κακόβουλο σχόλιο, κουτσομπολιόmexerico - ξέσπασμα της λαϊκής αγανάκτησης, σκάνδαλο, όνειδοςescândalo - αποχαύνωση, αφηρημάδα, παραζάλη, σάστισμα, σοκatordoamento, choque, entorpecimento - αγανάκτησηindignação - κπ. ή κτ. που προκαλεί μεγάλη αναστάτωσηhorror - αηδιαστικόςinsultante, insultuoso, repugnante - dirty, disgusting, offensive, unsavory, unsavoury (en) - αηδιαστικός, δυσάρεστος, ενοχλητικόςnauseante, nojento, ofensivo[Dérivé]

outrageant (fr)[Qui~]

σκάνδαλο - βρόμα, δυσφήμιση, κακόβουλο σχόλιο, κουτσομπολιόmexerico - ξέσπασμα της λαϊκής αγανάκτησης, σκάνδαλο, όνειδοςescândalo - αποχαύνωση, αφηρημάδα, παραζάλη, σάστισμα, σοκatordoamento, choque, entorpecimento - αγανάκτησηindignação - κπ. ή κτ. που προκαλεί μεγάλη αναστάτωσηhorror - dirty, disgusting, offensive, unsavory, unsavoury (en) - αηδιαστικόςinsultante, insultuoso, repugnante[Dérivé]

escandalizar (v. trans.) • horrorizar (v.) • insultar (v.) • ofender (v.) • εξοργίζω (v.) • προσβάλλω (v.) • σκανδαλίζω (v.) • σοκάρω (v.)

-

 


   Publicidade ▼