» 

dicionario analógico

avoir l'intention de (fr)[Classe]

έχω κατά νουν, σκοπεύω, σχεδιάζω[Hyper.]

έργο, εγχείρημα, καθήκονempreendimento, emprego, tarefa - επινόημα, επινόηση, εφευρετικότητα, εφεύρεση, εφεύρημα, κατασκευή, σχέδιοinovação, invenção, traçado - διάταξη, πλάνοesquema, plano - προγραμματισμός, προετοιμασία, πρόβλεψη, πρόνοια, σχεδιασμόςplaneamento, Planejamento - πλάνο, πρόγραμμα, σκοπός, σχέδιοconcepção, ideia, intenção, plano, planos, programa, projecto, projeto, traçado - μελέτη, πρόγραμμα, πρότασηdesenho, plano, projecto, projeto - πρόθεση, σκοπόςfinalidade, intenção, intento, objectivo, objecto, propósito - επινοητής, σχεδιαστήςplaneador[Dérivé]

concert (en) - καταστρώνω, σχεδιάζω λεπτομερώςplanear - plot (en)[Spéc.]

έργο, εγχείρημα, καθήκονempreendimento, emprego, tarefa - επινόημα, επινόηση, εφευρετικότητα, εφεύρεση, εφεύρημα, κατασκευή, σχέδιοinovação, invenção, traçado - διάταξη, πλάνοesquema, plano - προγραμματισμός, προετοιμασία, πρόβλεψη, πρόνοια, σχεδιασμόςplaneamento, Planejamento - πλάνο, πρόγραμμα, σκοπός, σχέδιοconcepção, ideia, intenção, plano, planos, programa, projecto, projeto, traçado - μελέτη, πρόγραμμα, πρότασηdesenho, plano, projecto, projeto - πρόθεση, σκοπόςfinalidade, intenção, intento, objectivo, objecto, propósito - επινοητής, σχεδιαστήςplaneador[Dérivé]

ter a intenção de (v.) • traçar (v.) • tramar (v.)

-