Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

manicure (en) - ψαλιδίζωcortar com tesoura, recortar com tesoura - εξομαλίζω, ισιάζω, λειαίνω, ξύνω, ομαλύνω, πλανίζω, ροκανίζωaparar, aplainar - κόβω σε φέτεςcortar, cortar às fatias - pink (en) - οδοντώ, πριονίζωchanfrar, dentear, entalhar, recortar - κόβω, τεμαχίζωcortar, trinchar - λαξεύω, σκαλίζω, χαράσσωcortar, talhar - σμιλεύωcortar - κόβω σε κύβους, ψιλοκόβω σε κύβουςcortar em cubos, dar forma de cubo a - julienne (en) - πελεκώ, πετσοκόβωdividir, picar - undercut (en) - hack (en) - cortar, decepar - κόβω, ρίχνω, τσεκουρώνωcortar - cortar, talhar - κόβωcortar - θρυμματίζω, σμπαραλιάζω, σπάω στην άκρη, συντρίβωlascar - poda, recortar - circumcise (en) - enrugar - cortar, dividir - mortice, mortise (en) - ceifar, cortar, cortar a relva, foiçar, roçar - κόβω, σπάζωcortar, tosquiar - κόβωcortar, ferir profundamente - πετσοκόβω, σκίζωcortar, golpear - bater de leve - καρφώνω σόλεσ με πρόκεσ, κόβω με κοπτικό εργαλείο - τρυπώcavar, furar, perfurar - αποκόπτω, κόβω, κόβω με το ψαλίδι, σπάω, ψαλιδίζωcortar, dividir - ανατέμνωdissecar - διχοτομώdividir, dividir ao meio - διαιρώ εισ τρία, τριχοτομώtrissecar - λαξεύω, πελεκώaparar - chatter (en) - cut away (en) - tomahawk (en) - saber, sabre (en) - rebate (en) - cradle (en) - διανοίγω, κομματιάζω, τέμνω, τεμαχίζωincisar - trench (en) - αποσπώ κομμάτι από κτ., περικόπτω - κόβω, σκίζωcortar - πριονίζωserrar - cortar, dividir, podar, separar - γλύφω, λαξεύω, σκαλίζω, σμιλεύω - κόβω λοξά, κόπτω επικλινώσ, λοξεύω, λοξοτομώ, φαλτσογωνιάζωalisar, biselar - crosscut, cut across (en) - rip (en) - transect (en)[Spéc.]

κοπή, κόψιμο - είδη μαχαιροποιίας, μαχαιροπήρουναFerramentas de corte - κόπτηςcortador[Dérivé]

ακρωτηριάζω, κόβωamputar, cortar - κάνω κλειτοριδεκτομή, κάνω περιτομήcircuncidar, circuncizar - σφάζω, σφάζω για το κρέαςabater, abater ; talhar, cortar, jugar, matar, trucidar - διαπερνώ, τρυπώfurar - cut out (en) - cindir, clivar, partir[Domaine]

ανοίγω τρύπα, σκάβω, σκάπτωcavar - διαγράφω, σβύνω[Analogie]

cortar (v.) • dividir (v.) • κόβω (v.)

-

 


   Publicidade ▼