Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

orlarπλαισιώνω - cingir - cercarπεριβάλλω, περικλείω - cercarπερικυκλώνω - cloister (en) - enclausurar[Spéc.]

borda, margemμπορντούρα - borda, delimitação, fronteira, limiteδιαχωριστική γραμμή, μεθοριακός, μεταίχμιο, παραμεθόριος, σύνορα, σύνορο, όριο - beira, borda, fronteira, limite, orlaάκρη, άκρο, γύρος, μπορντούρα, πέρας, τέλος, τέρμα - ambiente, arredores, cerque, entorno, meio, meio ambiente, paisagemπερίγυρος, περιβάλλον, περιβάλλων χώρος[Dérivé]

beirar (v.) • cercar (v.) • contornar (v.) • rodear (v.) • περιβάλλομαι (v.) • περικλείω (v.) • περικυκλώνω (v.)

-

 


   Publicidade ▼