Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

être à proximité (fr)[Classe]

factotum (en)[Domaine]

Process (en)[Domaine]

ενώνομαι με, εφάπτομαι σε, συναντιέμαιencostar, estar pegado, juntar-se, tocar[Hyper.]

butt, butt joint, butt-joint, butt splice, butt-welded joint, butt-weld joint, end joint, plain joint, plyweld joint, straight joint (en) - μπορντούρα, ρέλιdebrum - διαχωριστική γραμμή, μεθοριακός, μεταίχμιο, παραμεθόριος, σύνορα, σύνορο, όριοborda, delimitação, fronteira, limite - ακριτική περιοχή, παραμεθόρια περιοχήfronteira, limite, zona fronteiriça - άκρη, άκρο, γύρος, μπορντούρα, πέρας, τέλος, τέρμαbeira, borda, fronteira, limite, orla - abutment (en) - abutter (en) - όριοborda, fronteira, margem interior[Dérivé]

γειτονεύωficar perto, morar como vizinho[Spéc.]

κοντινή, κοντινό, κοντινός, περιβάλλων, που περιβάλλει ή περιστοιχίζειadjacente, circundante, circunvizinho, contíguo, envolvente, próximo, vizinho[Qui~]

butt, butt joint, butt-joint, butt splice, butt-welded joint, butt-weld joint, end joint, plain joint, plyweld joint, straight joint (en) - μπορντούρα, ρέλιdebrum - διαχωριστική γραμμή, μεθοριακός, μεταίχμιο, παραμεθόριος, σύνορα, σύνορο, όριοborda, delimitação, fronteira, limite - ακριτική περιοχή, παραμεθόρια περιοχήfronteira, limite, zona fronteiriça - άκρη, άκρο, γύρος, μπορντούρα, πέρας, τέλος, τέρμαbeira, borda, fronteira, limite, orla - abutment (en) - abutter (en) - όριοborda, fronteira, margem interior[Dérivé]

apoiar-se (v.) • confinar (v.) • entestar com (v.) • lindar (v.) • ακουμπώ (v.) • καταλήγω (v.) • στηρίζομαι (v.) • συνάπτομαι (v.) • συνορεύω (v.)

-

 


   Publicidade ▼