Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

prender, prender com correia - amarrar, atarδένω - rig (en) - bitt (en) - latch (en) - prender com ligaστηλίζω με καλτσοδέτα - acorrentar, encadearαλυσοδένω - cable (en) - picket (en) - rope up (en) - cinch, girth (en) - atarεπιδένω, μπαντάρω - cramp (en) - cleat (en) - baixar a âncora, escorar, estar ancorado no ancoradouroποντίζω άγκυρα, φουντάρω άγκυρα - ancorar, ancorar-seαγκυροβολώ - atracarαγκυροβολώ, δένω - ancorar, atracarαγκυροβολώ - cravar - bordar, coser, costurarράβω - crank (en) - noose (en) - chock (en) - brad (en) - engastar - belay (en) - belay (en) - trancarαμπαρώνω - prenderσφίγγω - velcro (en) - stay (en) - clinch (en) - clinch (en) - fechar à chave, trancarκλειδώνω - fechar à chave, fechar tudo, trancarκλειδαμπαρώνω, κλειδώνω, κλειδώνω ό, τι έχει κλειδαριά - κλειδώνω - apertar, fecharκλείνω με φερμουάρ, κουμπώνω με φερμουάρ - tack (en) - string (en) - colocar, enganchar, pendurarαναρτώ, θηλυκώνω, κολλώ στον τοίχο, κουμπώνω, στηρίζω - apertar, cingirδένω με ζώνη - cimentarτσιμεντάρω - argamassar, rebocar - agrafarσυρράπτω - cravar, prender com rebitesδένω με καρφιά, καθηλώνω, καρφώνω, προσηλώνω - abotoarκουμπώνω - pregarκαρφιτσώνω - pendurar, suspenderδένω με σπάγγο, κρέμομαι, κρεμώ - segurarδένομαι, δένω, κρέμομαι, κρεμώ - εναποθέτω, εναποθηκεύω, συγκεντρώνω, σφηνώνομαι, σφηνώνω - barricar-se, defender-se, entrincheirar, entrincheirar-se - afivelarζώνομαι, κουμπώνω, πιάνω - acolchetar - stake (en) - ligar com arameκαλωδιώνω - coapt (en) - joggle (en) - joint (en) - toggle (en)[Spéc.]

fixation (fr) - fixage (fr)[Nominalisation]

fixant, fixateur (fr) - fixé (fr) - fixatif (fr)[Qui~]

loop (en)[CeQui~]

attaché, lié (fr)[QuiSubit~]

fixable (fr)[QuiPeutEtre]

amarrar de novo, reatar[A Nouveau]

fixação, ligação - ancorar, fechoάγκυρα, αγκράφα, συνδετήρας, φερμουάρ - acessório fixoεντοιχισμένο έπιπλο, μόνιμη εγκατάσταση - fastness, fixedness, fixity, fixture, secureness (en) - fastener (en)[Dérivé]

amarrar, atarδένω, δένω σφιχτά - fechar, selarκλείνω εντελώς, σφραγίζω - apertar, atarδένω με κορδόνια[Domaine]

desapertarλύνω, ξεκουμπώνω[Ant.]

atar (v.) • pendurar (v.) • prender (v.) • segurar  • αναρτώ (v.) • δένω (v.) • προσδένω (v.) • στερεώνω (v.) • συνάπτω  • τοποθετώ (v.)

-

 


   Publicidade ▼