Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

engage (en) - touch (en) - toe (en) - σηκώνωapanhar, levantar do chão, recolher - hit, strike (en) - πασπατεύω, ψαχουλεύω, ψαύω, ψηλαφίζω, ψηλαφώmanusear - αγγίζω - ψηλαφίζω, ψηλαφώapalpar, palpar - αγγίζω, πιάνω, χειρίζομαιmanusear, tocar, tocar em - ευστοχώcolidir - αγγίζω, αγγίζω ελαφρά, ακροφιλώraspar, roçar - ricochetear - γρονθοκοπώ, κτυπώatingir, esbofetear, golpear - χτυπώbater, golpear - φιλώbeijar, dar um beijo - kiss (en) - mouth (en) - πιέζω, στριμώχνομαι, στριμώχνωprensar, pressionar - tag (en) - θωπεύω, χαϊδεύω, χαϊδολογώacarinhar[Spéc.]

intocável[QuiNePeutEtre]

touche (fr)[Nominalisation]

συγκινητικόςcomovente[Qui~]

άγγιγμα, επαφή, συνεύρεσηcontato, tocar, toque - touch, touching (en) - εγγίζων[Dérivé]

αγγίζω, πασπατεύω, πιάνω, ψηλαφώapalpar, manusear - dar patada, dar patadas - τρίβομαι, τρίβωesfregar[Domaine]

bater (v.) • comover (v.) • entrar em contato (v.) • tocar (v.) • αγγίζω (v.) • ακουμπώ (v.)

-

 


   Publicidade ▼