Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

déterminer la valeur d'une quantité (fr)[Classe]

analisar[Classe]

regarder (fr)[Classe...]

factotum (en)[Domaine]

IntentionalPsychologicalProcess (en)[Domaine]

αποτιμώ, εκτιμώ, εκφέρω κρίση, επικρίνω, καταδικάζω, κατακρίνω, κρίνω, σχηματίζω γνώμη, υπολογίζωcalcular, condenar, julgar[Hyper.]

ποσότητα, σύστημα μέτρησηςmagnitude, medida, número, quantia, quantidade - avaliação (ciência) - διαστάσεις, μέτρησηmedição, medida, medidas, mensuração - μέτρο, μετροταινία, μονάδα μέτρησης, σύστημα μέτρησηςmedida, régua, unidade - αξία, σπουδαιότηταpreço, preços, qualidade, valor - αποτίμηση, εκτίμηση, υπολογισμόςapreciação (comércio), avaliação, Docimologia, valorização - αξιολόγηση, αποτίμησηavaliação, cálculo, estimação - εκτιμητήσavaliador - εκτιμητήσ, εκτιμώνavaliador - avaliador - δικαστής, κριτήςavaliador, juíza, julgador, julgadora - αυτός που κάνει εκτίμηση ή υπολογισμό, διατιμητήσ, εκτιμητήσavaliador, Perito judicial - αξία, οικονομική αξίαpreço, valor económico - appraising, evaluative (en) - assessable (en)[Dérivé]

αποτιμώestimar[Domaine]

βάζω - λογαριάζομαι, λογαριάζω, μετρώavaliar, estimar, taxar, valorizar - padronizar - avaliar novamente, reavaliar - λογοκρίνομαι, λογοκρίνωcensurar - αινώ, δοξάζω, εκθειάζω, επαινώ, υμνώlouvar[Spéc.]

appréciation (fr)[Nominalisation]

ποσότητα, σύστημα μέτρησηςmagnitude, medida, número, quantia, quantidade - avaliação (ciência) - διαστάσεις, μέτρησηmedição, medida, medidas, mensuração - μέτρο, μετροταινία, μονάδα μέτρησης, σύστημα μέτρησηςmedida, régua, unidade - αξία, σπουδαιότηταpreço, preços, qualidade, valor - αποτίμηση, εκτίμηση, υπολογισμόςapreciação (comércio), avaliação, Docimologia, valorização - αξιολόγηση, αποτίμησηavaliação, cálculo, estimação - εκτιμητήσavaliador - εκτιμητήσ, εκτιμώνavaliador - avaliador - δικαστής, κριτήςavaliador, juíza, julgador, julgadora - αυτός που κάνει εκτίμηση ή υπολογισμό, διατιμητήσ, εκτιμητήσavaliador, Perito judicial - αξία, οικονομική αξίαpreço, valor económico[Dérivé]

αποτιμώestimar[Domaine]

agradecer (v.) • apreciar (v.) • avaliar (v.) • examinar (v.) • inspeccionar (v.) • αξίζω (v.) • αξιολογώ (v.) • εκτιμώ (v.)

-

 


   Publicidade ▼