Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

αναφέρω λεπτομερώσ, εξειδικεύω, καθορίζω, περικεύω, προδιαγράφω, προσδιορίζωespecificar, particularizar, pormenorizar, precisar[Rendre+Attrib.]

σχολαστικάmeticulosamente - με ακρίβειαbem, certeiramente, com exactidão, exactamente, justamente, precisamente[Adv.]

ενδελέχεια, επιμέλεια, σχολαστικότηταmeticulosidade, minúcia, minuciosidade[Propriété~]

precisão[Dérivé]

dead (en) - ψιλόςdelicado/preciso - minucioso - ακριβολόγοσ, σχολαστικόσ, τυπικώτατοσcumpridor, formalista, meticulosa, meticuloso, miudinho - microscopic (en) - ακριβήςpreciso - on the button, on the nose (en) - ακριβώς, ο ἰδιοςexacto[Similaire]

ανακριβήςimpreciso[Ant.]

absoluto (adj.) • bem acabado (adj.) • meticuloso (adj.) • precisa (adj.) • preciso  • ακριβής (adj.) • α κριβολόγος (adj.) • ακριβώς (adj.) • εντελώς (adj.) • σχολαστικός (adj.) • τυπικός (adj.)

-

 


   Publicidade ▼