Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

φουρνίζω, ψήνωasar, asarse, cocer, cocer al horno, enhornar - αποκτώ καφέ χρώμα, καβουρντίζομαι, καβουρντίζω, ροδίζω, ροδίζω κτ., τσιγαρίζω dorar, garapiñar, gratinar, poner moreno, sofreír, torrarse, tostar - σιγοβράζω - παρασκευάζω σε άλμη, παστώνωescabechar - μαγειρεύω σε φούρνο μικροκυμάτωνcocinar al microondas, cocinar en el microondas - μισοβράζωsancochar - recocerse, requemar, requemarse - μαγειρεύω φρικασέ - γιαχνίζω, σιγοβράζω estofar, guisar - qualifier, ψήνομαι, ψήνωasar, asar a la parrilla, asarse, emparrillar, rustir, rustirse - σιγοψήνω κτ. σε κλειστό σκεύοςestofar, rehogar, rehogarse - τηγανίζωfreír, freírse, saltear - ψήνω στη σχάραa la asar parrillar, a la parrilla asar, asar a la parrilla, hacer al grill - μαγειρεύω, μαγειρεύω στον ατμό - pressure-cook (en) - σιγοβράζωcalentar, escalfar, hervir[Spéc.]

μαγείρεμα, μαγειρική, παρασκευήarte culinario, arte de cocina, cocina - μάγειραςcocinera, cocinero, guisador[Dérivé]

cuisson (fr) - cuite (fr) - cocción[Nominalisation]

ανοπτώ, αποσκληρύνω διά πυρακτώσεωσ, μαλακώνω μέταλλο, ξεβάφω μέταλλο, ξεπυρώνω, πυρακτώνωfortalecer, recocer, templar - recuire (fr)[A Nouveau]

cuiseur (fr)[CeQui~]

cuiseur (fr)[PersonneQui~]

rociar - mask (en) - cocinar, guisar, preparar - μαγειρεύω[Domaine]

asar (v. trans.) • cocer (v. trans.) • cocinar (v.) • freír (v. trans.) • guisar (v.) • μαγειρεύω (v.)

-

 


   Publicidade ▼