Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

acrescentar, altear, aumentar, avultar, crescer, elevar-se, subir - spike (en) - acrescentar - ganhar - subir - pyramid (en) - snowball (en) - επισσωρεύομαι, στοιβάζομαι, στοιβάζω, στριμώχνομαι, στριμώχνω, συγκεντρώνω, συσσωρεύομαι, συσσωρεύωacumular, amontoar, apinhar-se, conglomerar - προσθέτωacrescentar, adicionar, aumentar, somar - βαθαίνω, εντείνωaprofundar, intensificar, intensificar-se - αυξάνομαι, εντείνομαιaumentar, intensificar - αναπτύσσομαι, αυξάνομαι, αυξάνω, ευδοκιμώ, μεγαλώνω, μεγεθύνομαιaumentar, crescer - pullulate (en) - διευρύνω, πλαταίνω, φαρδαίνωalargar, esticar, ser elástico - παίρνω αξίαaumentar, subir, valorizar-se - ανοίγω, διαπλατύνω, πλαταίνω, φαρδαίνω - ανεβαίνω στα ύψη, αυξάνομαι γρήγοραsubir em flechaL - σκαρφαλώνω, σκαρφαλώνω, καβαλικεύω, υψώνομαιcrescer, montar - γίνομαι, γεμίζω, μεγαλώνωcrescer - crescendo (en) - aumentar, subir[Spéc.]

άνοδος, αύξηση, μεγάλωμα, πλήθυνσηincremento - accroissement (fr)[Nominalisation]

αύξησηacrescentamento, acréscimo, aumento - αύξησηacréscimo, aumento, crescimento, subida - άθροιση, προσθήκηacréscimo, aumento - διεύρυνσηmelhoramento[Dérivé]

scale up (en)[Domaine]

ελαττώνομαι, ελαττώνω, μειώνομαι, μειώνω, περιορίζωcair/diminuir, decrescer, desabar, diminuir, minguar[Ant.]

acrescentar (v.) • aumentar (v. intr.) • crescer (v. intr.) • refrescar (v. intr.) • subir (v. trans.) • αυξάνομαι (v.) • αυξάνω (v.)

-

 


   Publicidade ▼