Publicidade ▼


 » 

dicionario analógico

amarfanhar, amarrotar, desmoronar, esfarelar-se, ficar destroçadoαναλύω, αποσυνθέτω, γίνομαι κομμάτια, καταρρέω - reform (en) - polymerise, polymerize (en) - polymerise, polymerize (en) - detonar, explodirανατινάζομαι, εκρήγνυμαι - acender, arrombar, fazer explodir, fazer rebentarανάβω, ανατινάζω, εκρήγνυμαι, πυροδοτώ - cozer, cozinharμαγειρεύω - break up, disperse, scatter (en) - desfazer-se, dividir, partir, quebrar, romper, separarδιαλύομαι σε κομμάτια, σπάζω - pasteurizarαποστειρώ - ρευστοποιώ, υγροποιώ - evaporar, vaporizarαεριοποιούμαι, ατμοποιούμαι, εξατμίζομαι - incinerar, queimarαπανθρακώνω, αποτεφρώνω, καίω, καταναλώνω - combinarανακατεύω, αναμιγνύω, συγχωνεύω - desintegrar, desmoronar, despedaçar, dividir, espatifar, fazer-se em pedaços, fragmentar, quebrar, quebrar em mil pedaços, separarδιαλύομαι, διαλύω - decair, dividir, putrefazer - espessar - aerificar, evaporar, gaseificarεξαερώνω - liquefazerλειώνω, ρευστοποιούμαι - solidificarστερεοποιώ, στεροποιούμαι - endurecer, endurecer-se, solidificar - cristalizar - dissolverδιαλύω, λιώνω - demulsify (en) - congelar, congelar-se, gelatinizar, gelatinizar-se - jellify (en) - dividir, separarδιαχωρίζω, ξεχωρίζω - articular-se, dividir-se, esmigalhar, repartirτεμαχίζω[Spéc.]

mudar (v.) • αλλάζω υπόσταση (v.)

-

 


   Publicidade ▼